Μέι Σινκλέρ – Ημερολόγιο εντυπώσεων στο Βέλγιο

[Κάτω από τον απλοϊκό αυτόν τίτλο κρύβεται η μυθοπλαστική περιγραφή της ζοφερής πραγματικότητας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όπως τον έζησε η Βρετανίδα συγγραφέας Μέι Σινκλέρ (Mary Amelia St. Clair) ως νοσοκόμα στις μονάδες περίθαλψης των συμμάχων στο Βέλγιο. Η μετάφραση αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο.]

 
Πέμπτη, 1η Οκτωβρίου 1914
Πέντε μέρες στη Γάνδη, και δεν έχει γίνει τίποτε· δεν έχει γραφτεί ούτε μια γραμμή από εκείνα τα εξαίσια άρθρα (από το Μέτωπο) που θα έφερναν χρήματα για το Σώμα Τραυματιοφορέων. Να μην έχεις τίποτε να κάνεις παρά να κάθεσαι στο Νοσοκομείο μήπως και επιστρέψει αναπάντεχα ο Διοικητής και θέλει να υπαγορεύσει καμιά επιστολή· να περνάς δέκα φορές την ημέρα μπροστά από τον άντρα με την πληγή από σφαίρα στο πρόσωπο (καλυτερεύει σιγά-σιγά, το δύστυχο πρόσωπό του ήταν κάπως πιο ανθρώπινο σήμερα το πρωί)· να βλέπεις τους σακατεμένους και τους ακρωτηριασμένους να σέρνονται και να κουτσαίνουν στο θάλαμο, και τους πληγωμένους να έρχονται πάνω σε φορεία ― φορεία που στάζουν, κορμιά που σφαδάζουν, μέλη τυλιγμένα σε επιδέσμους, το αίμα να διαποτίζει τους επιδέσμους και να κυλά στο πάτωμα, κεφάλια δεμένα με επιδέσμους, σφιγμένοι επίδεσμοι που κολλάνε στο κόκαλο απ’ το αίμα ― να τα βλέπεις όλα αυτά και να μην μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτε για να βοηθήσεις· να υπομένεις, μέρα τη μέρα, την κενή λευκή φρίκη της άδειας αίθουσας συσσιτίου· να κάθεσαι μπροστά σε ένα μαρμάρινο τραπέζι με μια φθαρμένη πένα, χωρίς αρκετό χαρτί και σχεδόν χωρίς καθόλου μελάνι, και να μην έχεις να γράψεις τίποτε, ενώ όλη την ώρα τα ονόματα τόπων που ποτέ δεν έχεις δει και ποτέ σου δεν θα δεις ―Τερμόντ, Αλόστ, Κατρέχτ και Κουρτρέ― συνεχίζουν να ηχούν μέσα στο μυαλό σου ξανά και ξανά, σε βαθμό που σε τρελαίνει· να κάθεσαι μέσα σε μισητή αδράνεια και σε μια αηδιαστική, αφόρητη αίσθηση ασφάλειας, και να σε στοιχειώνει το όραμα δύο μορφών που διαγράφονται με έντονη σαφήνεια μπροστά σε ένα κάπως αόριστο φόντο ― την κυρία Τόρενς να ακολουθεί το άστρο της, που την οδηγεί προς τον μεγαλύτερο πιθανό κίνδυνο, και την Ούρσουλα Ντίαρμερ να περιφέρεται, νέα και αθώα, ανάμεσα στις οβίδες που πέφτουν· να αναγκάζεσαι να σκέφτεσαι τη μητέρα της Ούρσουλας, τη στιγμή που θα ήθελες να μην τη σκέφτεσαι· να νιώθεις βαθιά και αμετάκλητη οργή απέναντι στον άδολο Διοικητή, τον οποίο προς το παρόν θεωρείς (ίσως διεστραμμένα) ως τον βασικό συντελεστή σε αυτή τη βλακώδη θυσία γυναικείων ζωών· να θέλεις να το σταματήσεις όλο αυτό και να μην μπορείς να το σταματήσεις, και ταυτόχρονα να νιώθεις κτήνος ακριβώς επειδή θέλεις να το σταματήσεις ― αφού βλέπεις ότι απολαμβάνουν αυτή την περιπέτεια. Το μόνο που μπορώ να πω για αυτή την εμπειρία είναι ότι ελπίζω να μην μας περιμένει στο μέλλον παρόμοια ματαιότητα τέτοιου βάθους. Καλύτερα να σε πιάσουν αιχμάλωτο οι Γερμανοί ― έτσι, τουλάχιστον, θα έχεις κάτι να γράψεις μετά.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 1914
Τα κουνούπια από το κανάλι ήρθαν και με τσίμπησαν. Ήμουν άρρωστη όλη νύχτα, είχα κάτι που μου φαινόταν σαν ελονοσία, αλλά θα μπορούσε να είναι και γρίπη. Δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι ― ένιωθα υπνηλία.
Ο κ. Λ. ήρθε να με δει νωρίς το πρωί. Ήθελε επίσης να ακούσει από πρώτο χέρι την ιστορία της άφιξής μας στην Αμβέρσα. Ήταν πολύ ευγενικός. Κάθισε και με κοίταζε θλιμμένα, σαν να ήταν ο οικογενειακός μου γιατρός, και μου έδωσε λίγο από το προσωπικό του κινέζικο τσάι (στο Βέλγιο την εποχή του πολέμου αυτό είναι ένα από τα σπουδαιότερα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας αφοσιωμένος άνθρωπος για το συνάνθρωπό του). Έδειξε τόση καλοσύνη και συμπάθεια που ένιωσα πολύ θετικά απέναντί του, ξέχασα τα πάντα για τον καημένο τον κ. Ντέιβιντσον και του αφηγήθηκα όλη την έξοχη ιστορία των Βρετανών στρατιωτών στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
Δεν μπορούσα να του πω πολλά για την είσοδό μας στην Αμβέρσα. Αναμφίβολα ήταν μια συγκλονιστική επιτυχία ―ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι με συγκλονίζει, παρά τον πυρετό της ελονοσίας― αλλά δεν ήταν και τίποτε το σπουδαίο για έναν πολεμικό ανταποκριτή, καθώς η πορεία μας δεν μας πήγε καθόλου κοντά στα μέρη που βομβαρδίζονταν. Δεν είχα τίποτε να προσφέρω στον ψυχολόγο ή στον ερασιτέχνη θιασώτη των αλλόκοτων εντυπωσιακών αφηγημάτων, τίποτε για το αγνό και φλογερό Πνεύμα της Περιπέτειας, ούτε για εκείνο τον ακόρεστο και ανικανοποίητο Εαυτό, που σε οδηγεί σε κάποιο αποτροπιαστικό πείραμα, αποφασισμένος να μάθει πώς θα το αντιμετωπίσεις. Γιατί σε εκείνη την πορεία δεν υπήρχε περισσότερος κίνδυνος απ’ ό,τι σε μια βόλτα μέχρι το Μπράιτον. Και δεν έμαθα τίποτε περισσότερο για το φόβο ή για το θάρρος απ’ ό,τι γνώριζα πριν ξεκινήσω.
Τώρα όμως που συνειδητοποιώ τι ακριβώς κυνηγά ο ακόρεστος και ανικανοποίητος Εαυτός, πώς λειτουργούσε μέσα μου ενάντια σε κάθε ανθρωπιά και ευσπλαχνία, πώς με έκανε να νιώθω σαν να ήθελα να δω την Αμβέρσα να πολιορκείται, και πώς είχε την υποστήριξη του πνεύματος της περιπέτειας, μπορώ να συγχωρέσω τον Διοικητή. Πιστεύω ακόμη πως διέπραξε αμαρτία όταν πήρε την Ούρσουλα Ντίαρμερ στο Τερμόντ και το Αλόστ. Αλλά ο πειρασμός που τον κυρίεψε και τον οδήγησε στο Αλόστ και το Τερμόντ δεν μπορούσε να υπολογιστεί από κάποιον που δεν βρισκόταν εκεί.
Θα πρέπει να ήταν ακαταμάχητος.
Άλλωστε, δεν είναι βέβαιο ότι εκείνος οδήγησε στον κίνδυνο την Ούρσουλα Ντίαρμερ· είναι εξίσου πιθανό να τον οδήγησε εκείνη· ακόμη πιο πιθανό είναι να ήταν και οι δύο θύματα μιας μεγαλύτερης δύναμης, και να τους συνεπήρε η σαγήνη του μέγιστου δυνατού κινδύνου. Ακόμη κι εγώ ρίχτηκα πολλές φορές στα δίχτυα του!
Ντρέπομαι για τα πράγματα που είπα σ’ εκείνο τον παροξυσμό οργής και προσβολής.
Να φταίει, άραγε, το ότι ζήλευα την Ούρσουλα Ντίαρμερ, εκείνο το αθώο κορίτσι, γιατί εκείνη είδε μια οβίδα να πέφτει, ενώ εγώ όχι; Ξέρω ότι αυτό συνέβη με την κ. Τόρενς τις προάλλες. Μάλιστα, φάνηκε να υπονοεί πως υπήρχε κάτι το αμαρτωλά γυναικείο στην ιδιότητα της Ούρσουλα Ντίαρμερ να τραβά πάνω της τις οβίδες. (Εκείνη, η καημένη, δεν μπορεί να τραβήξει κοντά της, σε απόσταση χιλιομέτρου, ούτε καν σφαίρα).
Καθώς ήμουν εκεί ξαπλωμένη, σε εκείνο το γεμάτο κουνούπια δωμάτιο, περιήλθα σε μια ευλογημένη κατάσταση, κατά την οποία ένιωθα μια όμορφη και νυσταλέα τρυφερότητα για όλους, καθώς και μια όμορφη και νυσταλέα συγχώρεση για τον Διοικητή. Ξέχασα πως μου είχε εκμυστηρευτεί, με αυστηρό ύφος, ότι δεν θα υπήρχε στη διάθεσή μου κανένα ασθενοφόρο στη διαδρομή από τη Γάνδη ― θυμάμαι μόνο ότι με πήγε χθες μέχρι την Αμβέρσα, και ότι δεν ήταν δικό του φταίξιμο που τα εξωτερικά φρούρια ήταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά, και τον συγχωρώ, όμορφα και νυσταλέα.
Όταν όμως ήρθε τρέχοντας, με μεγάλη βιασύνη, να με δει, και όρμησε στην κουζίνα του ξενοδοχείου για να παραγγείλει σούπα για μένα, και μετά όρμησε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά μου, και ξύρισε πάλι τρέχοντας για να μου τα δώσει, τότε κατάλαβα πού βρισκόμουν (τόσο ισχυρή είναι η επίδραση της ελονοσίας, και αντί να τον συγχωρέσω, κατέληξα, εντελώς συντετριμμένη, να ζητώ από εκείνον να συγχωρέσει εμένα.
Όλο αυτό ήταν λάθος, φυσικά· αλλά τα κουνούπια με είχαν τσιμπήσει άσχημα.
[…]
‘Ενα τρένο γεμάτο Βρετανούς στρατιώτες από την Οστένδη μπήκε χθες στο σταθμό την ίδια ώρα που έφτανε το νοσοκομειακό τρένο από την Αμβέρσα. Και τα δυο σταμάτησαν ταυτόχρονα στις δυο πλευρές της ίδια αποβάθρας. Όταν οι τραυματισμένοι Βέλγοι είδαν τους Βρετανούς, σηκώθηκαν με κόπο όρθιοι. Από κάθε παράθυρο του νοσοκομειακού τρένου άρχισαν να ξεπροβάλλουν μπανταρισμένα κεφάλια και μπανταρισμένα χέρια. Και οι Βέλγοι φώναζαν ενθουσιασμένοι.
Αλλά οι Βρετανοί στέκονταν βουβοί, απαθείς και ασυγκίνητοι μπροστά στον ενθουσιασμό τους.
Τότε η κ. Τόρανς φώναξε, «Εμψυχώστε τους, παιδιά. Είναι τα πιο γενναία στρατιωτάκια στον κόσμο».
Τότε οι Τόμηδες ξέσπασαν, και η στέγη του σταθμού σχεδόν γκρεμίστηκε από τις ζητωκραυγές.
Το σώμα τραυματιοφορέων δούλευε μέχρι τις τέσσερις το πρωί για να μαζέψει όλους τους τραυματίες από το τρένο. Οι θάλαμοι γέμισαν. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή.

 

[Μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑

My Spirals

• Hugs and Infinities

Oscar Hokeah

Kiowa/Cherokee

(CALIATH)

A land of ineptitude.

LIBROFILO, a books' aficionado

Γιώργος Κυριαζής

NO14ME

Γιώργος Κυριαζής

Rodia Mixer

Γιώργος Κυριαζής

Ψιλικατζού

Γιώργος Κυριαζής

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

Γιώργος Κυριαζής

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Ένα ιστολόγιο για τα βιβλία

Αόρατη Μελάνη

Γιώργος Κυριαζής

Ασκήσεις Ύφους

Γιώργος Κυριαζής

Swimming Around

Γιώργος Κυριαζής

Recycle_bin 2

Γιώργος Κυριαζής

ou ming

Γιώργος Κυριαζής

"Μπαμπάκης" - όπως ακριβώς με φωνάζει ο γιός μου

...όπως ακριβώς με φωνάζει ο γιός μου

Jolly Roger

Γιώργος Κυριαζής

grep Alt

σε λάθος εποχή, συλλέκτης

Ficciones

"All reading is (re)writing"

ιγ' ι'

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

Γιώργος Κυριαζής

Το Ιστολόγιο του Ρογήρου

για την ιστορία του Μεσαίωνα και όχι μόνο

To blog της Σοφίας

Γιώργος Κυριαζής

ο δύτης των νιπτήρων

καταδύσεις ποικίλης ύλης

Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

κατά του Ολοκληρωτισμού, απ' όπου κι αν προέρχεται

Μεσα στη Νυχτα

Όταν η ματαιοδοξία συνάντησε την αυτοψυχανάλυση

Γιάννης Η. Χάρης

Γιώργος Κυριαζής

ΑΕΙ ΣΙΧΤΙΡ

Γιώργος Κυριαζής

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

marouthki

Η ζωή είναι χαρμολύπη

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

%d bloggers like this: