Γκρέγκορ φον Ρέτσορι – Αναζητώντας τη Λολίτα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΟΛΙΤΑ

του Gregor von Rezzori

Vanity Fair, Αύγουστος 1986

[Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: περιοδικό Ρεύματα.]

 

Το 1958 ο εκδότης μου στη Γερμανία ζήτησε από μένα και άλλον ένα συγγραφέα να τον βοηθήσουμε στη μετάφραση της Λολίτας του Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ στα Γερμανικά. Καθώς ένα πρώτο πέρασμα είχε ήδη γίνει από ένα συνεργείο σεβαστών λογίων τόσο πολυπληθές που σε ομαδική φωτογραφία θα έμοιαζαν με τη Χορωδία των Κοζάκων του Ντον, η μικρή μας ομάδα ήταν ανέτοιμη για τις δυσκολίες που παραμονεύουν ακόμη κάτω από τη δαιμόνια τέχνη του Ναμπόκοφ.

 

Κάποια στιγμή, ξέσπασε μια θερμή συζήτηση σχετικά με την πιθανή ερμηνεία του βιβλίου ως μιας μεγαλόπρεπης μεταφοράς του κλασικού μάταιου έρωτα του Ευρωπαίου για την νεαρή, θελκτική, βάρβαρη Αμερική. Στον επίλογο του μυθιστορήματος, ο ίδιος ο Ναμπόκοφ το αναφέρει σαν την αφελή θεωρία ενός από τους εκδότες που απέρριψαν το βιβλίο. Και παρά το ότι δεν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία πως ο Ναμπόκοφ δεν ήθελε να περιορίσει τη Λολίτα σε αυτή την ερμηνεία, δεν υπάρχει λόγος να μην την συμπεριλάβουμε ως μία από τις πολλές διαστάσεις του βιβλίου. Αυτό το ζήτημα, νομίζω, έγινε ολοφάνερο όταν κάποιος έκανε διαχωρισμό ανάμεσα στη Λολίτα ως μια υπέροχα επιφανειακή ιστορία στα όρια της πορνογραφίας και στη Λολίτα ως λογοτεχνικό αριστούργημα, ως τη μόνη πειστική ιστορία αγάπης του αιώνα μας. Αν κάποιος δεχόταν το δεύτερο, δεν υπήρχε πλέον ζήτημα για το αν «η γριά Ευρώπη αποπλανεί την νεαρή Αμερική» ή αν «η νεαρή Αμερική αποπλανεί την γριά Ευρώπη». Απλώς ξεχώριζε σαν ένα από τα μεγάλα δείγματα πάθους στη λογοτεχνία, μια βαθιά συγκινητική ιστορία ανεκπλήρωτου πόθου, πόνου μέσα από τον έρωτα, ενός έρωτα τόσο φλογερού που, αν και συγκεντρωνόταν με μονομανία στο υποκείμενό του, στην πραγματικότητα στόχευε πολύ πιο πέρα, ώσπου να ρεύσει πάλι μέσα στον μεγάλο Έρωτα που τον είχε φέρει στη ζωή. Κάθε παθιασμένος έρωτας μπορεί να καθρεφτιστεί στην απεριόριστη αγάπη του Χάμπερτ Χάμπερτ για τη Λολίτα, είπα. Γιατί να μην αντανακλά και τον πόθο εμάς των Ευρωπαίων να εκπληρώσουμε τα παιδικά μας όνειρα για την Αμερική; Όσο για μένα, ο πόθος είχε γίνει ασυγκράτητος από την ώρα που, κατά τη μετάφρασή μας, φτάσαμε στην περιπλάνηση της Λολίτας και του Χάμπερτ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ορκίστηκα τότε πως κάποια μέρα ο ταπεινός εγώ θα ακολουθούσα τα ίχνη τους.

 

Από την ώρα που αντιλήφθηκα για πρώτη φορά την ύπαρξη της Αμερικής —τμήμα μιας ηπείρου χρωματισμένης με μπεζ, κίτρινο, πορτοκαλί, καφέ και λαχανί, και κολλημένη σαν χαλκομανία κάποιου προϊστορικού πουλιού πάνω στη γαλάζια χάρτινη υδρόγειο στα παιδικά δωμάτιά μας— με είχε κυριέψει η επιθυμία να πάω εκεί και να περιπλανηθώ στις απέραντες εκτάσεις της, που τις φανταζόμουν γεμάτες βουβάλια και ουρανοξύστες, ερυθρόδερμους πάνω σε άλογα μάστανγκ, γκάνγκστερ περιτριγυρισμένους από προστατευόμενες, μαύρους που έπαιζαν τζαζ σε σαξόφωνα, και τον Μπάστερ Κίτον. Αυτό συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του 1920, σε μια Ευρώπη πληγωμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και πολλοί Ευρωπαίοι έβλεπαν την Αμερική σαν την υπόσχεση ενός λαμπρού μέλλοντος. Χρειάστηκε ένας ακόμη πόλεμος για να συνειδητοποιήσουμε πως αυτό που φάνταζε σαν λαμπρό μέλλον είχε γίνει ένα μάλλον πληκτικό παρόν, ένα παρόν που δεν υπήρχε λόγος να διασχίσουμε τη μισή υδρόγειο για να πάμε να το αναζητήσουμε. Ό,τι απέμεινε από την Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν πλέον ευρωπαϊκό. Το μεγαλύτερο μέρος είχε μεταμορφωθεί σε μεταχειρισμένη Αμερική. Το υπόλοιπο είχε προσδεθεί στη Ρωσία. Στη γενέτειρα του Ναμπόκοφ.

 

Μπορώ να φανταστώ το σαρδόνιο γέλιο του Ναμπόκοφ στη σκέψη ότι θα μπορούσε κάποιος να θέλει να επισκεφτεί τα πραγματικά μέρη μιας φανταστικής ιστορίας. Ο Ναμπόκοφ, που έλεγε ότι η λέξη πραγματικότητα δεν θα έπρεπε ποτέ να χρησιμοποιείται παρά μόνο σε εισαγωγικά, σίγουρα θα διασκέδαζε πολύ με αυτή τη σύγχυση πραγματικού και φανταστικού. Αλλά έχω συνηθίσει τα σαρδόνια γέλια του. Τα ακούω κάθε φορά που το γράψιμό μου ξυπνά μέσα μου τη μορφή του, γιατί κάποτε μου είπαν πως παρουσιάζουμε ομοιότητες σαν συγγραφείς, και παρ’ όλο που δεν είμαι τόσο φαντασμένος ώστε να μη βλέπω όλες τις διαφορές μας σε είδος όσο και σε ποιότητα, πού και πού η ματαιοδοξία μου με παρασύρει στη σκέψη ότι ίσως να υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό το σχόλιο.

 

Σίγουρα είμαστε και οι δύο ξεριζωμένοι από το χώμα ενός πολυαγαπημένου τόπου γέννησης. Ήδη όμως χάσκει η διαφορά. Ο Ναμπόκοφ ήταν Ρώσος, ενώ εγώ είμαι Αυστριακός από την Κεντρική Ευρώπη (και ο Ναμπόκοφ απεχθανόταν οτιδήποτε αυστριακό σε τέτοιο βαθμό που αρνιόταν να δώσει οποιαδήποτε σημασία στον μεγάλο συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ, και το μόνο πράγμα που μισούσε σχεδόν τόσο πολύ ήταν οι Κεντροευρωπαίοι). Επιπλέον, το πολιτιστικό κλίμα της Αγίας Πετρούπολης τις δύο πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνο του Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνα ανάμεσα στους δύο μεγάλους πολέμους. Ο πατέρας του Ναμπόκοφ ήταν ένας θερμός φιλελεύθερος πολιτικός που είχε στενές σχέσεις με τους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής. Ο δικός μου περνούσε τον καιρό του κυνηγώντας, και έβλεπε τους διανοούμενους ως τους νεκροθάφτες της μοναρχίας, για την πτώση της οποίας θλιβόταν βαθύτατα. Η γκουβερνάντα του Ναμπόκοφ ήταν από το Καίμπριτζ, η δική μου από τη Σμύρνη. Κι όμως, στη γραφή μας έχουμε κοινή μια ατέρμονη νοσταλγία, και θρηνούμε κι οι δυο μιαν απώλεια πολύ μεγαλύτερη από οποιοδήποτε δεδομένο σημείο στον πλανήτη. Ο μοντέρνος κόσμος ποτέ δεν ήταν στην πραγματικότητα η δικιά μας «πραγματικότητα».

 

Γιατί, τότε, αφού βοήθησα στη μετάφραση της Λολίτας, δεν επιδίωξα να συναντήσω τον συγγραφέα; Στο κάτω κάτω, δεν θα ήταν και πολύ δύσκολο, ιδίως στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ζούσε στην Ελβετία. Αλλά εγώ δεν ήθελα να πάω στο Μοντρώ και να πιω τσάι με τον Καθηγητή Βλάντιμιρ Βλαντιμίροβιτς υπό το ερευνητικό βλέμμα της γυναίκας του της Βέρας. Πάντοτε ήμουν ενάντιος στο να επισκέπτομαι διασημότητες σαν να ήταν εξωτικά πουλιά σε ζωολογικό κήπο. Αν είχαμε συναντηθεί μέσα από τον μεγάλο αντίπαλο του Χάμπερτ Χάμπερτ (και καλύτερο σύμμαχο κάθε συγγραφέα), τον κ. Πεπρωμένο, θα έβγαινα από αυτή τη συνάντηση πανευτυχής και οπωσδήποτε πιο πλούσιος πνευματικά. Αλλά δεν μου άρεσε η ιδέα να γίνω βάρος σε κάποιον του οποίου ο αυτοσεβασμός ως Ναμπόκοφ τριπλασιαζόταν από τη συνείδηση πως ήταν ένας μεγάλος συγγραφέας, ένας συναρπαστικός δάσκαλος και ένας διακεκριμένος συλλέκτης λεπιδόπτερων.

 

Όπως ακριβώς είχα αποφύγει να συναντήσω προσωπικά τον Ναμπόκοφ, αποφάσισα να αποφύγω κάθε απόπειρα να ακολουθήσω τον ακριβή δρόμο που είχε πάρει ο Χάμπερτ με τη Λολίτα στην αντεστραμμένη τους Οδύσσεια. Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της τέχνης του Ναμπόκοφ από τη συνοπτική περιγραφή που κάνει σε μια χώρα αχανή και πολύμορφη όπως οι ΗΠΑ με τέτοια διορατικότητα που όποιος την έχει διαβάσει στη Λολίτα νιώθει πως αντιστοιχεί στις δικές του εντυπώσεις και εμπειρίες. Αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς τους αναγνώστες που ο νους τους είναι ακόμα κολλημένος στις περιπλανήσεις του Χάμπερτ και της Λολίτας από μοτέλ σε μοτέλ, και που πιστεύουν ότι ολόκληρο το βιβλίο ασχολείται με αυτό το ταξίδι, γνωρίζουν ότι από τις τριακόσιες σελίδες του μυθιστορήματος μόνο είκοσι είναι αφιερωμένες σ’ αυτό.

 

Εκεί βρισκόταν η μεγάλη παγίδα για μένα, και δεν την είχε βάλει ο Ναμπόκοφ χωρίς τη βοήθεια του κ. Πεπρωμένου, ο οποίος έχει σαν πλέον αποτελεσματικό όπλο τη ροή του χρόνου. Ανάμεσα στην έκδοση της γερμανικής μετάφρασής μας της Λολίτας και τη μέρα που ανέλαβα το ρόλο του Κίλτυ και ξεκίνησα στην αναζήτηση του φευγάτου ζευγαριού, πέρασε ένα τέταρτο ενός αιώνα. Δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω κάτω από τις συνθήκες που είχε θέσει γι’ αυτούς ο δημιουργός τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να ταυτιστώ με τον Χάμπερτ Χάμπερτ, τον απόλυτο Ευρωπαίο, και να βρω σε μια ατημέλητη και εξαιρετικά ποθητή έφηβη που μασάει τσίχλα την προσωποποίηση του κόσμου στον οποίο ανήκε. Γιατί στα είκοσι πέντε χρόνια που είχαν περάσει, ο κόσμος μου κι εγώ είχαμε υποστεί μια αρκετά επιμελή, αν και από δεύτερο χέρι, αμερικανοποίηση. Ήταν σαν ο Χάμπερτ να είχε παντρευτεί τη Λολίτα για είκοσι πέντε χρόνια και τότε να αποφάσισε να κοιτάξει το παρελθόν της.

 

Ήξερα πως δεν θα ήταν έντιμο από μέρους μου, έχοντας δει τον ήλιο να ανατέλλει από τον Ατλαντικό και να δύει στον Ειρηνικό, να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι οι σημερινοί Aμερικάνοι δεν είναι αυτοί που απεικονίζουν ο Φρέντερικ Ρέμινγκτον στα γλυπτά του ή ο Νόρμαν Ρόκγουελ στους πίνακές του, αλλά οι τουρίστες που βλέπουμε στα Ηλύσια Πεδία, στον Άγιο Πέτρο και στον Άγιο Μάρκο, στους κήπους του Τίβολι και στην Ακρόπολη — άντρες με καρό παντελόνια ή βερμούδες, γυναίκες με φιλέδες που συγκρατούν τα μαλλιά τους με τρόπο που μοιάζουν με μωβ κουτιά ζαχαροπλαστείου, που αγοράζουν άχρηστα σουβενίρ, αθώες, αφελείς, καλοκάγαθες, και φωνακλούδες. Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι, όπως ο Ναμπόκοφ, θα έπρεπε να «επινοήσω» την Αμερική, και ότι η επινόησή μου θα έπρεπε να αντιστοιχεί στην «πραγματικότητα».

 

Από τα 27.000 μίλια που ο Χάμπερτ ταξίδεψε με τη Λολίτα σε ένα χρόνο, έκανα περίπου τα μισά, 13.400, σε λιγότερο από τρεις μήνες, έτσι χρειάστηκε να κάνω ζαβολιά και να πάρω αεροπλάνο μερικές φορές. Παρ’ όλα αυτά, πραγματικά διένυσα 13.400 μίλια με ρόδες. Έζησα περισσότερο σ’ αυτά τα σβέλτα, ήσυχα, άνετα νοικιασμένα αυτοκίνητα παρά στα κακόφημα μοτέλ της Λολίτας, καθώς, μην έχοντας καμία υπάκουη έφηβη αιχμάλωτη μαζί μου, τις νύχτες κοιμόμουν. Βάζοντας τη γεωγραφία των Ηνωμένων Πολιτειών σε κίνηση, μεταμορφώθηκα από απλός Ευρωπαίος, ριζωμένος στο παρελθόν, σε μοντέρνο νομάδα, κι έτσι ανακάλυψα τη Χώρα της Λολίτας.

 

Ένας απέραντος γαλάζιος ουρανός και κατακόκκινοι λόφοι, κυματιστοί, θεόρατοι, ο δρόμος περνά ανάμεσά τους τόσο καλοσχεδιασμένος σαν σε πάρκο, πού και πού στρίβει μέσα σε κόκκινα, χρυσά και πορφυρά φυλλώματα, χάνεται στη λόχμη, ξαναεμφανίζεται μετά από μίλια, φτάνει ως την κορυφή ενός από τα πελώρια χρυσοκόκκινα κύματα που υψώνονται και βουλιάζουν και υψώνονται και βουλιάζουν ενώ πάνω ψηλά ένας μικρούλης ήλιος, γυαλιστερός σα χρυσαφένιο νόμισμα, κινείται σταθερά ακολουθώντας ένα κοσμικό ημικύκλιο — αυτή είναι η εικόνα που είναι εντυπωμένη στο μυαλό μου από εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη που τελικά ξεκίνησα να διασχίσω την πολιτεία της Νέας Υόρκης σε αναζήτηση του Χάμπερτ Χάμπερτ και της Λολίτας. Αυτή ήταν η Αμερική που είχα οραματιστεί παλιότερα: ατέλειωτα δάση με φθινοπωρινά χρώματα, και σ’ ένα ασημένιο ποτάμι ένα κανό, ένα κυνηγός να κωπηλατεί φορώντας δέρμα ελαφιού με κρόσια, ένας Ινδιάνος να στέκεται στην άκρη της βάρκας, με ένα φρεσκοσκοτωμένο ελάφι ξαπλωμένο δίπλα στο τόξο του.

 

Το ποτάμι, φυσικά, κυλούσε κάπου πενήντα μίλια προς τα ανατολικά, και στις εκβολές του αγκάλιαζε το νησί του Μανχάταν. Δεν υπήρχαν κανό, μόνο εξωλέμβια, και ούτε κυνηγοί ούτε Ινδιάνοι, και όσο για το ελάφι, θα ήταν δεμένο σε κάποιο προφυλακτήρα αυτοκινήτου. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμα και τα δάση δεν είχαν τη μεγαλοπρέπεια που είχα φανταστεί. Ήταν μάλλον καχεκτικά, χωρίς κανένα από εκείνα τα «Σατωμπριανικά» δέντρα που ο Χάμπερτ Χάμπερτ ισχυριζόταν πως έβλεπε σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες (αυτό, βέβαια, ήταν σαράντα χρόνια πριν). Παρ’ όλα αυτά, κάλυπταν τους τεράστιους λόφους τόσο πυκνά που το τοπίο έμοιαζε μια θάλασσα με κύματα λιωμένου χαλκού, πελώρια, εντελώς αμερικάνικα.

 

Χώρος: είχα έρθει από μια μποτιλιαρισμένη Ευρώπη που διψούσε για χώρο, και η απεραντοσύνη του αμερικάνικου ουρανού μού φαινόταν μοναδική. Σαν να έβλεπα το τοπίο μέσα από ειδικά κιάλια — με τα πάντα να μοιάζουν μακριά, πολύ μακριά, ακόμα κι όταν ήταν κοντά, και απολύτως ακριβή σε περίγραμμα, ξεχωριστά, μοναχικά, απομονωμένα, το καθένα με το δικό του φωτοστέφανο, λες και η περίμετρός τους είχε χαραχτεί με μια λεπτή γραμμή δανεισμένη από ουράνιο τόξο. Μεθούσα με αυτή την αφθονία χώρου.

 

Πέρασα την πρώτη μου νύχτα σ’ ένα μέρος που το έλεγαν Κλάιμαξ, στα Κατσκιλς (όπου η Λολίτα κάποτε πήγε μια τριήμερη εκδρομή). Η όλη περιοχή θα μπορούσε να έχει επινοηθεί από τον Ναμπόκοφ: οδός Σοδόμων, οδός Εκπλήξεως, οδός Γαλήνης, κοντά σ’ ένα χωριό που το έλεγαν Κοξάκι.

 

Πήγαινα προς την Ίθακα. Αντί να συγκεντρωθώ στους φυγάδες μου, θα πήγαινα πρώτα να ρίξω μια ματιά στο μέρος όπου τους είχε δώσει ζωή ο δημιουργός τους. Εκεί, στα κτίρια του Πανεπιστημίου Κορνέλ, όπου ο Καθηγητής Β. Ναμπόκοφ κατατρόμαζε μέχρι παράνοιας τους φοιτητές του ρωτώντας τους τι χρώμα ήταν τα γάντια που φορούσε η Άννα Καρένινα στην τάδε περίσταση. Περίμενα κάποιου είδους επιφοίτηση ή ευλογία για το τολμηρό μου εγχείρημα, που ήταν να συνδυάσω τις παρατηρήσεις μου με ένα από τα αριστουργήματα του αιώνα μας.

 

Ο σύντροφός μου σ’ αυτό το πρώτο μέρος του ταξιδιού δεν είχε καμιά σχέση με τη Λολίτα· ήταν ένας νέος άντρας ψυχρός και λογικός, και αρκετά οξυδερκής. Κάθε ταξιδιώτης χρειάζεται έναν διερμηνέα. Ακόμα κι αν μιλάς τη γλώσσα της χώρας (σύντομα θα διαπιστώσετε πόσο άσχημα), ποτέ δεν θα μπεις πραγματικά μέσα της χωρίς τη βοήθεια ενός ιθαγενή οδηγού. Ο δικός μου —τον έλεγαν Μαρκ— αν και όχι ερυθρόδερμος, ήταν τόσο Αμερικάνος όσο θα μπορούσε να είναι ένας απόγονος Πολωνών Εβραίων, και τόσο περήφανος για τη χώρα του όσο ο φανατικότερος οπαδός του Ρήγκαν. Ταξιδεύαμε για ώρες χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα, αλλά και μόνο η παρουσία του με διαβεβαίωνε πως θα είχα μια αυθεντική, ειλικρινή εικόνα αυτού του τεράστιου έθνους.

 

Και όντως τεράστια φαινόταν στα διψασμένα για χώρο μάτια μου, και σε όλες μου τις αισθήσεις. Άκουγα, μύριζα, γευόμουν την απεραντοσύνη της. Έπιασα ακόμα και την αίσθηση του πώς πρέπει να νιώθεις όταν είσαι Αμερικάνος και έχεις μέσα σου αυτή την τερατώδη ήπειρο, έχεις μέσα στο μυαλό σου, συνειδητά ή ασυνείδητα, το μέγεθός της. Ένιωθα την τρομακτική κεντρόφυγο δύναμή της. Καταλάβαινα ότι, σαν γέννημα θρέμμα αυτής της φοβερής γήινης μάζας, δεν μεταφέρεις στην ψυχή σου ένα Heimat, μια μικρή ειδυλλιακή πατρίδα, όπως κάνει κάθε Ευρωπαίος. Μπορεί να είσαι γεννημένος στο Κάνσας, ή στη Βιρτζίνια, ή στο Γουαϊόμινγκ, και να αγαπάς τον τόπο γέννησής σου με τον πλέον κιτς τρόπο, αλλά βαθιά μέσα σου ξέρεις πως δεν είναι παρά ένα μικρούτσικο σημείο στην απέραντη παλαβή κουρελού των Ηνωμένων Πολιτειών. Μπορείς να εγκαταλείψεις το μέρος που μένεις χωρίς τύψεις και να πας σε άλλη Πολιτεία, και σε άλλη, και πάλι να είσαι στην πατρίδα σου. Δεν είναι καθόλου περίεργο που ο νομαδισμός είναι και αμερικάνικο φαινόμενο.

 

Το σκεφτόμουν αυτό ενώ παρατηρούσα τον ορίζοντα να φεύγει τόσο γρήγορα όσο πηγαίναμε εμείς για να τον φτάσουμε. Σαν ξαναγεννημένος Αμερικάνος, ήδη ένιωθα οίκτο για τους Ευρωπαίους. Δεν είχαν καθόλου χώρο γύρω τους, οι καημένοι. Και όπου δεν υπάρχει χώρος, δεν υπάρχει μέλλον, είπα στον Μαρκ. Και όπου δεν υπάρχει μέλλον, το παρόν είναι αποπροσανατολισμένο. Αυτό εξηγεί τη μη κριτική αποδοχή, εκ μέρους ημών των Ευρωπαίων, και την απερίσκεπτη μίμηση οποιουδήποτε αμερικάνικου στοιχείου.

 

Φτάσαμε στην Ίθακα με το αχνό τυρκουάζ βραδινό φως, και περάσαμε τη νύχτα σ’ ένα ημιεπαρχιακό μοτέλ που το έλεγαν Κόλετζταουν Μότορ Λοτζ. Την επόμενη μέρα κάναμε βόλτα στο πανεπιστήμιο Κορνέλ. Nous connumes (για να χρησιμοποιήσουμε έναν ναμποκοφικό επιτονισμό δανεισμένο από τον Φλωμπέρ) [γνωρίσαμε] την βιβλιοθηκάριο του τμήματος Σλαβικών Σπουδών, μια βλοσυρή νεαρή που αντιμετώπιζε με καχυποψία οποιονδήποτε τολμούσε να χώσει τη μύτη του στους σεπτούς χώρους της ακαδημαϊκής έρευνας με τον επιπόλαιο σκοπό να παρακολουθήσει τις ύποπτες φαντασιοπληξίες του Καθηγητή Βλάντιμιρ Βλαντιμίροβιτς. Nous connumes τον γοητευτικό ομότιμο καθηγητή Τζον Φράνκλμοντ, ειδικό στα λεπιδόπτερα, και το κακόκεφο γέρικο τεριέ του στο Κόμστοκ Χολ, όπου ο καθηγητής μάς έδειξε κάποιες αχνοθαλασσιές πεταλούδες με ασημιές βούλες που είχαν ανακαλυφθεί και κατονομαστεί από τον Ναμπόκοφ. Ο Καθηγητής Φράνκλμοντ και ο σκύλος του ήταν φίλοι του Ναμπόκοφ, και κυνηγούσαν δείγματα μαζί. Nous connumes πλήθη από ξερακιανές κυρίες με τριχωτά πόδια που τόσο μισούσε ο Χάμπερτ Χάμπερτ γιατί τις θεωρούσε πιθανές ανταγωνίστριές του στα μάτια της Λολίτας, και σμήνη από αυτές τις υπερσοβαρές, αφράτες φοιτήτριες που στα μάτια του Β. Ν. αποτελούσαν προσβολή στη θηλυκότητα και στη μάθηση. Όταν πια κι αυτή η μέρα έσβηνε σ’ ένα τυρκουάζ δειλινό, νόμιζα πως είχα βρει το κλειδί για κάποιες από τις πιο χαρακτηριστικές απόψεις και συμπεριφορές του Χάμπερτ Χάμπερτ. Θεώρησα σημαντικό, ας πούμε, ότι ο δημιουργός του ήταν κι αυτός λίγο νομάδας. Στα έντεκα χρόνια από το 1948, όταν ο Ναμπόκοφ έφτασε στην Ίθακα, ως το 1959, όταν άφησε τη θέση του εκεί ως καθηγητή ρωσικής λογοτεχνίας, ποτέ δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να εγκατασταθεί σε δικό του σπίτι ή να μείνει μόνιμα σε ένα νοικιασμένο, αλλά πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, μένοντας τελικά σε έντεκα διαφορετικές διευθύνσεις.

 

Πρέπει να ομολογήσω ότι, πριν δω την Ίθακα, η ιερή απομόνωση του Ναμπόκοφ μέσα στον κόσμο της λογοτεχνίας του δέκατου ένατου αιώνα (και της λεπιδοπτερολογίας), απ’ όπου κοιτούσε υπεροπτικά την σύγχρονη «πραγματικότητα» και προσποιούνταν πως την αγνοεί, κάποιες φορές με ενοχλούσε σε σημείο απόγνωσης, ιδίως αφού δεν μπορούσα να μην θαυμάζω την οξύτητα των παρατηρήσεών του. Εκτός του ότι παίζει παιχνίδια με τον αναγνώστη —στήνοντας παγίδες βασισμένες σε λογοτεχνικές γνώσεις και δυνατότητα κατανόησης άλλων γλωσσών, και αποκρύπτοντας νοήματα πίσω από λεπτεπίλεπτες αναφορές στην κλασική λογοτεχνία— όλη η επιτηδευμένη μεγαλοπρέπεια και εσωτερικότητά του μού φαινόταν αβάσταχτα μάταιη.

 

Αλλά πρέπει να φανταστεί κανείς τον Ναμπόκοφ, τον Ρώσο μετανάστη, να θάβει την αιώνια νοσταλγία του στη μελέτη, έναν καθηγητή ανάμεσα σε άλλους καθηγητές με τον στόμφο τους και τη ζήλεια τους και τη ματαιοδοξία τους και τη μικρή μικροαστική μικροπρέπειά τους (που τόσο λεπτομερειακά περιγράφει στο Πνιν). Ενώ ένιωθε πολύ οικεία μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο της ευρυμάθειας, την ίδια στιγμή αυτός ο ειρωνικός άνθρωπος θα πρέπει να είχε οδηγηθεί σε εκρήξεις καυστικού σαρκασμού. Γνώριζε πολύ καλά πως είχε το προνόμιο να είναι κοινωνός του καλύτερου κομματιού της Αμερικής: της ακαδημαϊκής ζωής. Από την άλλη, αυτή η πηγή πνευματικής αμβροσίας, με τις πλούσιες βιβλιοθήκες της και την έντονη έρευνα, έπρεπε να είναι πάντοτε κρυμμένη από το γενικά κουτό, θορυβώδες φοιτητικό σώμα.

 

Δεν είναι υπέροχο, είπα στον Μαρκ, πώς όλα αυτά βρίσκουν την εξυψωμένη εικόνα τους στη Λολίτα; Σκέψου την ομορφιά τής Λολίτας Χέιζ ενώ είναι ακόμα παιδί —άτακτο παιδί, ομολογουμένως, αλλά ακόμη στην προεφηβική νυμφιδιακή αθωότητα— και την μεταμόρφωσή της σε παχουλή, λαϊκή, άσχημη Ντόλυ Σίλερ όταν φτάνει σε ηλικία τεκνοποιίας. Και σκέψου τη μονομανία του Χάμπερτ, την ύπαρξή του που είναι τελείως δεμένη με τη δική της, την τύφλωσή του σε σχέση με το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Μη μου πεις ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η τέλεια μεταφορά της παθιασμένης σπουδής. Πρόσθεσα ότι, χωρίς αμφιβολία, και εκτός ίσως από τον Βαν Βην στην Άντα, ο Χάμπερτ Χάμπερτ ήταν η επινόηση του Ναμπόκοφ που είχε μεγαλύτερη συνάφεια με τα γνωρίσματα, τα χαρακτηριστικά, και ίσως τις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα. Όσο για το νυμφίδιο, ο Ναμπόκοφ κάποτε είπε: «για τη Λολίτα πήρα τα χέρια ενός μικρού κοριτσιού που ήρθε να δει το γιο μου τον Ντμίτρι, και τα γόνατα ενός άλλου».

 

Υπάρχει κι άλλο ένα νόημα στην τάση που είχε ο καθηγητής Ναμπόκοφ (ή ο ήρωάς του) και αγνοεί με αυτοκρατορικό τρόπο ορισμένες «πραγματικότητες» έξω από τις δικές του. Φανταστείτε: τη χρονιά που ο Χάμπερτ Χάμπερτ και η Λολίτα ταξίδευαν στην ήπειρο, άλλοι δυο μεγάλοι ταξιδιώτες ήταν «στο δρόμο», περιδιαβάζοντας την παλαβή κουρελού των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε κάποια στιγμή, οι δυο φυγάδες μας θα πρέπει να συνάντησαν τον Σαλ Πάρανταϊς και τον Ντην Μοριάρτυ ή κάποιους της ίδιας κλίκας — τους νέους Μπητ περιθωριακούς, που ήταν παραβάτες των μικροαστικών ταμπού και τοτέμ, όπως κι εκείνοι, μόνο που ήταν και αυθόρμητοι, εκούσιοι αμαρτωλοί έναντι της συμβατικότητας. Σε σύγκριση με τον Χάμπερτ και τη Λολίτα, οι χίπηδες των δεκαετιών του ’40 και του ’50 μοιάζουν ελεύθεροι, ανέμελοι βάρβαροι. Ρώτησα τον Μαρκ αν πίστευε ότι τους χρωστούσαμε πολλά που μας έμαθαν πώς να αποτινάξουμε λίγο από τον σκονισμένο Βικτωριανισμό μας. Αν πίστευε ότι ήταν γενναίοι κατακτητές νέων διαστάσεων ζωής, μιας νέας «πραγματικότητας», ενός νέου κόσμου. Ακόμα και την ώρα που τα έλεγα αυτά στον νεαρό μου φίλο, ένιωθα γέρος και ξεμωραμένος σαν τον πατέρα που ο Ντην Μοριάρτυ έχασε και δεν ξαναβρήκε ποτέ, τον πατέρα τον οποίο κατηγορούσε για την εγκατάλειψή του στον απέραντο και έρημο αυτό κόσμο.

 

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε νωρίς, έχοντας από τη μια μεριά είκοσι μίλια γαλάζιας λίμνης και από την άλλη δάση και λιβάδια με αγελάδες με μεγάλα μάτια και μεγάλο στέρνο, φαλλικά σιλό και λευκές εκκλησίες που έμοιαζαν με παιχνίδια. Στο γρασίδι στη μεριά του δρόμου υπήρχαν μικροσκοπικά λουλούδια στο ίδιο απαλό γαλάζιο χρώμα με τις πεταλούδες που, από τα πανάρχαια χρόνια, ζούσαν ευτυχισμένα και ανώνυμα ώσπου ο Καθηγητής Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ ήρθε και τις όρισε ως υποείδος:

 

το βρήκα και το ονόμασα, καθώς ήξερα

από Λατινικά ταξινόμησης, κι έτσι έγινα

νονός ενός εντόμου και ο πρώτος

που το περιέγραψε — και δεν θέλω άλλη φήμη.

 

Ψηλά στον ουρανό, ασημόφτεροι γλάροι ήταν οι βούλες στην γαλάζια πεταλούδα που σχημάτιζε αυτή η τέλεια φθινοπωρινή μέρα. Λευκά σπίτια από μελόψωμο κάθονταν στο πράσινο βελούδο που δημιουργούσε ο ιδρώτας ενός υποείδους του Αμερικανού συζύγου στο οποίο τώρα σκέφτηκα να δώσω το όνομά μου: Herbataglians domesticus Americanus Rezz. (Ο Αμερικανικός Κυριακάτικος γρασιδοκόφτης του Ρέτσορι). Ούτε ένα δείγμα δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν καθόλου άνθρωποι σ’ αυτόν τον υπέροχο τόπο, και πολύ λίγα αυτοκίνητα. Μελετώντας κάποια φυλλάδια που είχαμε πάρει από το βενζινάδικο, μάθαμε πως περνούσαμε από την περιοχή Φίνγκερ Λέικς, «έναν τόπο γεμάτο μαγεία και γοητεία, φυσικά και ανθρώπινα θαύματα».

 

Σαν τη Λολίτα, προσέχαμε πολύ όλες τις διαφημίσεις για φαγητό. Όταν, όπως μας είχε προειδοποιήσει η μπροσούρα, «το όνειρο έγινε πραγματικότητα», βρεθήκαμε καταποντισμένοι στα φιλήδονα βάθη των εμπριμέ πολυθρόνων του καθιστικού του Πανδοχείου στο Μπέλχερστ Κασλ. Από την εποχή της κατασκευής του, το 1885, κυρίως με υλικά από την Ευρώπη, το Μπέλχερστ, «ένα έξοχο δείγμα του στυλ που έμεινε γνωστό ως Ρίτσαρντσον-Ρομανικό», είχε χρησιμεύσει ως σπίτι, παράνομο μπαρ, καζίνο και εστιατόριο. Στο φασματικό βραδινό φως, φιλτραρισμένο από τις υαλογραφίες στα παράθυρα, καθώς παραγγέλναμε από την «πλούσια ποικιλία αυθεντικού ευρωπαϊκού φαγητού» που περιείχε το μενού (μόνο και μόνο για να αναφωνήσουμε αργότερα «Αποκαλούν αυτές τις τηγανητές πατάτες γαλλικές; Ω, μον ντιε!»), ξαφνικά μας φάνηκε ότι αυτό το μέρος θα μπορούσε να είναι το πρότυπο για το Enchanted Hunters [Μαγεμένοι Κυνηγοί], το ξενοδοχείο όπου ξεκίνησε ο Γολγοθάς του ανθρώπου με την τρυφερή καρδιά και την παθολογική ευαισθησία, του Χάμπερτ Χάμπερτ. Τέλος πάντων, ήταν ακριβώς το «παλάτι του εξευγενισμένου ζην» που ονειρευόταν η Λολίτα, κι έτσι εξερευνήσαμε τις «πολυτελείς κρεβατοκάμαρες», επιπλωμένες με βικτωριανές αντίκες και ανατολίτικα χαλάκια, και τις σουίτες δύο δωματίων με πραγματικό τζάκι ή υδρομασάζ, «μπόλικο χώρο σε αποθήκες και ντουλάπια, όπως παλιά», κλιματισμό, και συναγερμό καπνού σε όλα τα δωμάτια. Έπειτα πήγαμε στην Καναντάιγκουα, γευματίσαμε στην Ψαροκαλύβα της Μαίρη Μακ, και μείναμε τη νύχτα στο Σήβιου Μοτέλ πληρώνοντας το ένα δέκατο από ότι στο Μπέλχερστ Κασλ.

 

Διασχίσαμε έναν ινδιάνικο καταυλισμό χωρίς να δούμε ούτε έναν Ινδιάνο. Έπειτα, αργά, το τοπίο άρχισε να αρρωσταίνει — η αρρώστια που εξαπλώνεται γύρω από τις μεγάλες πόλεις: η χωματερή της ευημερίας, η καταστροφή που προκύπτει από την πρόοδο που καταβροχθίζει τον άνθρωπο. Αλλά η πόλη που πλησιάζαμε δεν ήταν μεγάλη, και η αρρωστημένη ζώνη δεν περιέκλειε ένα ξέχειλο κέντρο πόλης, αλλά ένα από τα πλέον ξακουστά θαύματα της φύσης, που τελικά ήταν μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις της μακρόχρονης ζωής μου.

 

Σε εκείνους τους προϊστορικούς καιρούς, όταν ήμουν παιδί και ονειρευόμουν την ημέρα που θα στεκόμουν μπροστά στο θαύμα των Καταρρακτών του Νιαγάρα, κοιτάζοντας, ίσως, κάποιον παλαβό να πέφτει στα ταραγμένα νερά μέσα σ’ ένα βαρέλι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς μια τέτοια φυσική ομορφιά θα μπορούσε να εμπορευματοποιηθεί. Έβλεπα τον εαυτό μου να στέκεται εκεί σαν παρατηρητής της σελήνης που αντανακλάται στη θάλασσα γύρω από τη νήσο Ρύγκεν στον πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ, κι όχι στην κορυφή ενός θεόρατου τριανταόροφου πύργου που υψωνόταν πάνω από τσιμεντένια αναχώματα, ένα τσιμεντένιο πάρκινγκ, τσιμεντένιες καφετέριες και κιόσκια με χοτ-ντογκ, τσιμεντένια μαγαζιά με σουβενίρ, κι ένα δίκτυο από τσιμεντένια μονοπάτια που περικύκλωναν το θέαμα εκατομμυρίων μεγατόνων νερού (μάλλον μολυσμένου) να πέφτει στον γκρεμό σαν τα μαλλιά μιας γερασμένης πλατινένιας ξανθιάς σε διαφήμιση σαμπουάν και να διαλύεται σ’ ένα σύννεφο ιριδίζουσας ομίχλης. Δεν ήταν η απεραντοσύνη του τριγύρω τόπου που έκανε τους τεράστιους καταρράκτες να φαίνονται μικροί και άχαροι, αλλά η υποβάθμισή τους, η λεηλάτησή τους. Πιστεύω ότι η Λολίτα, γλείφοντας το χωνάκι παγωτό της, θα τους κοίταζε εξίσου ασυγκίνητη, χωρίς να προφέρει το παραμικρό Γουάου! ή Πω-πω!

 

Οι καταρράκτες είχαν προσελκύσει πλήθος από τουρίστες, κυρίως Ιάπωνες, αλλά και από τα πλέον απόμακρα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Και πάλι, η πελώρια τσιμεντένια έρημος έμοιαζε άδεια. Ως επί το πλείστον, οι επισκέπτες ήταν σαν όλους τους συνηθισμένους παν-αμερικάνους που θα συναντούσαμε παντού στην πορεία μας των 13.400 μιλίων. Θα μπορούσαν να είναι από το Γουισκόνσιν ή τη Βιρτζίνια, από το Άρκανσο ή τη Μοντάνα, και δεν θα μπορούσες να τους ξεχωρίσεις εμφανισιακά από ανθρώπους που θα συναντούσες στο Χόλσταϊν, τη Βαυαρία, τη Λομβαρδία, τη Σκανδιναβία, την Αυστραλία ή τον Καναδά. Έμοιαζαν με το πλήθος που συναντάς σε οποιοδήποτε αεροδρόμιο οπουδήποτε στον αποκαλούμενο Δυτικό (δηλ. Αμερικάνικο) Κόσμο, και ήταν ντυμένοι με τον τρόπο που ντύνονται το 99 τοις εκατό του πληθυσμού — τα ίδια μπλουζάκια και τζιν ή πουκάμισα πόλο και παντελόνια από πολυεστέρα, τα ίδια συνθετικά μποφανάκια, τα ίδια πάνινα ή δερμάτινα παπούτσια, τα ίδια κασκέτα του μπέιζμπολ. Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα εθνικών ιδιαιτεροτήτων ποτέ δεν αναίρεσε το πρωτότυπο: τον Ιδεώδη Αμερικανό, που σχεδιάστηκε από τον Νόρμαν Ρόκγουελ για το εξώφυλλο της Saturday Evening Post, αλλά που γενικώς είχε έλλειψη αυτού που ο Ναμπόκοφ θα ονόμαζε poshlust — μια κάποια σεμνότυφη, ναζιάρικη, γλυκανάλατη ποιότητα που θα έπρεπε να συνοδεύει αυτό τον τύπο ανθρώπου.

 

Φυσικά, είναι δύσκολο να ανταποκρίνεσαι σε κάτι το ιδεώδες. Καθώς όμως ταξιδεύαμε, σίγουρα θα συναντούσαμε και κάποιους τίμιους και καλούς Ροκγουελιανούς Αμερικάνους. Σχεδόν πάντα στέκονταν μπροστά σε κάποιο φυσικό ή ανθρώπινο θαύμα, σαν την πηγή Ολντ Φέιθφουλ ή το Γκραντ Κάνυον ή το όρος Ράσμορ. Αυτά ήταν τα μόνα μέρη όπου βλέπαμε πολλούς ανθρώπους μαζί, από τη στιγμή που είχαμε μπει στο γιγάντιο κενό στη μέση της Αμερικής, και τους χαζεύαμε με το ίδιο δέος και περιέργεια που εκείνοι χάζευαν τα αξιοθέατα.

 

Κάθε ένας από αυτούς είχε κάποιο χαρακτηριστικό σημάδι των Ροκγουελιανών τύπων. Κάποιοι τα είχαν σε σημείο που δεν έμοιαζαν πια ανθρώπινοι. Υπήρχε το αναπόφευκτο δείγμα αμερικάνικης παχυσαρκίας: το αρσενικό ή θηλυκό βουνό κινούμενου λίπους, που βαδίζουν με κόπο πάνω σε μπούτια σα βαρέλια, κουνώντας τα κοντά, κωνικά χέρια τους. Υπήρχε ο έφηβος γίγαντας: ο δίμετρος δεκαεξάχρονος με σώμα μαμούθ. Υπήρχε το τυπικό δείγμα πουριτανικής αφυδάτωσης: το άτομο που αποτελείται από κόκαλα, νεύρα και ριχτό δέρμα με ριχτά ρούχα, με αεικίνητο μήλο του Αδάμ και γουρλωτά μάτια. Υπήρχε ο μυώδης άντρας, που φούσκωνε την αμάνικη μπλούζα του με κολοσσιαίους όγκους κρέατος. Και τέλος, υπήρχαν όλα τα στερεότυπα γυναικείας ομορφιάς: η ξανθιά αλά Μέι Γουέστ, με φραμπαλάδες και γαλακτώδη λακκάκια, η στρίγγλα με το κίτρινο μαλλί και πανάδες σαν αυγό πέρδικας και το ανεπαίσθητο άρωμα φυκιών, η στραβοκάνικη, στρογγυλόγαμπη έκδοση τσέπης της Κάρμεν, με κόκκινη γόβα-στιλέτο, με ένα σκούφο από μαύρες μπούκλες πηγμένες στη λακ και κολλημένες σε μπογιατισμένα μάγουλα. Αλλά δεν υπήρχε καμιά Λολίτα.

 

Τελικά εντοπίσαμε ένα δείγμα του μονάκριβου νυμφιδίου βαθιά μέσα στο Οχάιο, αφού φύγαμε από τους καταρράκτες του Νιαγάρα και πορευόμασταν δυτικά κατά μήκος της λίμνης Ήρι. Είχαμε αγγίξει την άκρη της Πενσυλβάνιας, όπου τα σπίτια είναι φτιαγμένα με τούβλα και φαίνονται πολύ πιο άσχημα από τα άσπρα ξύλινα σπίτια της Νέας Υόρκης, και όπου Πολωνοί αμπελουργοί παράγουν ένα ποτό με όλα σχεδόν τα γνωρίσματα του κρασιού. Η γαλοπούλα μάς είχε ανακατέψει το στομάχι σε μια λέσχη κοντά στο Ήρι και είχαμε κάνει μια μικρή στάση για τσάι στο Αρτ Ντέκο Κλήβλαντ. Έπειτα στραφήκαμε νότια. Κι εκεί συναντήσαμε το θήραμά μας.

 

Ήταν σε μια μικρή πόλη της οποίας το όνομα δεν θα αποκαλύψω, από φόβο μήπως προσελκύσει σμήνη παιδεραστών λεπιδοπτερολόγων. Έξω από την εθνική οδό, σ’ αυτό που έμοιαζε να είναι ο κεντρικός δρόμος της πόλης, γινόταν πανηγύρι: χαριτωμένο, συγκινητικό, κάποια παραπήγματα γεμάτα πλαστικές κούκλες και άλλα τέτοια σκουπίδια, καντίνες με χάμπουργκερ και τυχερά παιχνίδια. Ένα μικρό πλήθος με μπλουζάκια και μπλου τζιν και πάνινα αθλητικά παπούτσια σουλάτσαρε στο αχνό φθινοπωρινό ηλιόφως, ενώ τρία ή τέσσερα μεγάφωνα γέμιζαν τον σκονισμένο αέρα με ροκ εν ρολ. Κι εκεί, μέσα σε μια ομάδα παιδιών που ποθούσαν να βγουν από την ευτυχισμένη μαγεία της παιδικότητας και να μπουν στην ερήμωση της ωριμότητας, στεκόταν εκείνη, κοιτάζοντας τη φασαρία γύρω της με την χαμένη έκφραση μιας γυναίκας που ακούει κάποιο αινιγματικό μήνυμα που έρχεται από τα βάθη του εαυτού της. Λέω γυναίκα γιατί ήταν γυναίκα σε χρυσαλλίδα παιδιού, και δεν το ήξερε, και την ίδια στιγμή το ήξερε. Έτσι, ακόμα και το να την κοιτάς γινόταν μια διφορούμενη, αν όχι εντελώς άσεμνη, πράξη, λες και προσπαθούσες να την κάνεις να συνειδητοποιήσει τα ερωτικά της θέλγητρα. Δεν ήταν ο πρωτότυπος τύπος Λολίτας, με πυρόξανθη χαίτη και μαυρισμένη από τον ήλιο, αλλά μια χλομή ξανθιά με μακριά χέρια και πόδια, μικρά στηθάκια, γατίσιο πρόσωπο, πελώρια, πλατιά γκρίζα μάτια και ένα ντελικάτο πηγούνι που ισορροπούσε με χάρη στον στενό λαιμό της.

 

Φερόμενοι όσο το δυνατόν πιο διακριτικά, προσπαθούσαμε να μην πολυκοιτάζουμε, ούτε να βρισκόμαστε για πολλή ώρα στην ακτίνα των χημικών μηνυμάτων της, ούτε να κάνουμε έστω και την παραμικρή απόπειρα να της μιλήσουμε ή να την πλησιάσουμε προσφέροντάς της παγωτό. Για τους σκοπούς της έρευνας, βέβαια, θέλαμε να την φωτογραφίσουμε, κι έτσι ο Μαρκ προσποιήθηκε πως έπαιρνε εμένα, που τυχαία στεκόμουν κοντά της. Αλλά σαν κάτι να της είχε τραβήξει την προσοχή στην αντίθετη κατεύθυνση, γύρισε το κεφάλι της, και μετά, με την ίδια τεχνητή επιφυλακτικότητα που είχαμε κι εμείς, τραβήχτηκε, έριξε μια βλοσυρή ματιά προς το μέρος μας, και επιδεικτικά πήγε κοντά στις απελπιστικά κοινότοπες φίλες της. Τότε συνειδητοποιήσαμε τις δυσκολίες του κυνηγιού νυμφιδίων. Και αφού το σκόπιμο χασομέρι μας είχε γίνει ολοφάνερο όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε όλους τους άλλους τριγύρω, περπατήσαμε σαν να μην συνέβαινε τίποτα στην άλλη άκρη της σειράς των πάγκων και προσποιούμασταν πως κοιτάμε τα σκουπίδια που εκτίθονταν εκεί, ενώ παράλληλα προσπαθούσαμε να μην χάσουμε από τα μάτια μας την παρέα των κοριτσιών όπου ήταν εκείνη. Όταν γυρίσαμε στο ίδιο σημείο περπατώντας αργά, δεν ήταν μαζί τους.

 

Πάρα πολλά πράγματα είχαν αλλάξει στα σαράντα χρόνια που μας χώριζαν από τον παλιόγερο Χάμπερτ Χάμπερτ και τον κακό Κίλτυ. Πρώτα πρώτα, οι πραγματικές Λολίτες είχαν αρχίσει να σπανίζουν. Τελευταία μετατρέπονταν σε ένα καινούριο είδος, το οποίο, αναγνωρίζοντας την ασταθή φάση μεταξύ παιδικότητας και ωριμότητας σαν αυτόνομη κατάσταση ύπαρξης, και σαν κοινωνική ομάδα ξέχωρη από όλες τις άλλες εξαιτίας της ανεξαρτησίας της και της τρομακτικής αγοραστικής δύναμής της, έχει χάσει την εγγενή χάρη τού διφορούμενου. Δεν αρκεί να είσαι σέξι έφηβη για να είσαι Λολίτα. Μόνο μια φορά ακόμη, κοντά στο τέλος του ταξιδιού μου, στη Σάντα Φε, συνάντησα άλλη μια. Ήταν έξι ετών.

 

Διέσχισα τα 13.400 μίλια τυχαία, σε όλο και μεγαλύτερες καμπύλες, όχι πάντα με τον Μαρκ, αλλά με διάφορους συντρόφους, ανάλογα με το ποιος ήταν έτοιμος τη δεδομένη στιγμή να με συνοδεύσει σε μια τόσο ασαφή αναζήτηση, μια περιπλάνηση σε μια ήπειρο στα χνάρια του πιθανού οδοιπορικού ενός μυθικού ζευγαριού. Εδώ που τα λέμε, θα μπορούσα να είμαι πιο ακριβής. Σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις που ο Ναμπόκοφ έδινε στους εκστασιασμένους ζηλωτές της λογοτεχνίας, είπε πως οποιοσδήποτε ήθελε να μάθει ποια πραγματικά μέρη είχε χρησιμοποιήσει για την περιγραφή των ταξιδιών του Χάμπερτ Χάμπερτ με τη Λολίτα, το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πάει στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας στο Χάρβαρντ και να σημειώσει τις τοποθεσίες όπου είχε πιάσει τις πεταλούδες που υπάρχουν στην εκεί συλλογή λεπιδοπτέρων. Αλλά ένιωθα ότι να το κάνω αυτό και μετά να πάω σε όλα αυτά τα μέρη και να προσπαθήσω να ξαναπεριγράψω ό,τι είχε ήδη διατυπωθεί σε ύψιστη λογοτεχνική μορφή θα ήταν κάπως σχολαστικό. Επιπλέον, κυνηγούσα τη δική μου πεταλούδα. Όπως αυτή που χάρισε αθάνατη φήμη στον καθηγητή Ναμπόκοφ όταν τελικά την έπιασε, έτσι κι η δικιά μου υπήρχε στο μυαλό μου από τα παιδικά μου χρόνια. Και ενώ η δική του ήταν μικροσκοπική και αχνογάλαζη με λεπτεπίλεπτες ασημιές βούλες, η δική μου ήταν πελώρια και με αστραποβόλα χρώματα: το πλούσιο πράσινο των απροσπέλαστων δασών, το λευκό ενός φτερού αετού στα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά ενός γενναίου Ινδιάνου, το δυνατό καφετί της γούνας του βίσωνα, το μωβ των βραχωδών οροπεδίων, το κόκκινο του αίματος και το γαλάζιο ενός απέραντου ουρανού όπου γκρίζα σύννεφα καπνού ανήγγειλαν συναρπαστικές περιπέτειες. Όταν, στο τέλος του ταξιδιού μου, είχα πιάσει την πεταλούδα μου, αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ πιο ωχρή. Τα χρώματά της ήταν τα ίδια όπως αυτά της υδρογείου στο παιδικό δωμάτιο της αδερφής μου, και στο δικό μου: μπεζ, κίτρινο, πορτοκαλί, καφέ και παλ πράσινο, που κολυμπούσαν σ’ ένα βαθύ γαλάζιο — τα χρώματα της φύσης και όλων των δωματίων στα αμέτρητα μοτέλ όπου έμεινα. Το καθένα συνδύαζε αυτά τα χρώματα με τον δικό του αηδιαστικό τρόπο: κίτρινοι τοίχοι, πράσινες κουρτίνες και σεντόνια, καφε-πορτοκαλί μοκέτα, μπεζ πολυθρόνα — ένας μαθηματικός θα μπορούσε να σας πει πόσοι πιθανοί συνδυασμοί υπάρχουν. Με την εξαίρεση κάποιων φρικτά ανοιχτόχρωμων ζελέ, αυτά ήταν και τα χρώματα του φαγητού που έπρεπε να υπομένουμε.

 

Τα μοτέλ και τα ξενοδοχεία ήταν, ως επί το πλείστον, εντάξει. Τα υδραυλικά λειτουργούσαν χωρίς αυτούς τους ξαφνικούς πίδακες παγωμένου και ζεματιστού νερού που τόσο ζωντανά περιέγραφε ο Χάμπερτ Χάμπερτ, και τα ξακουστά ηχητικά εφέ από σωλήνες καλοριφέρ, τρανζίστορ και τηλεοράσεις, καθώς και από γείτονες που βήχουν, καυγαδίζουν και συνουσιάζονται ήταν διακριτικά πνιγμένα. Υπάρχει μεγάλη παρηγοριά στην ανωνυμία, στην παντελή έλλειψη συναισθηματικότητας με την οποία μπαίνει και βγαίνει κανείς από αυτά τα μέρη και μετά τα ξεχνάει τη στιγμή που βάζει μπρος το αυτοκίνητο για να φύγει.

 

Στη Λολίτα, ο Ναμπόκοφ δεν χρησιμοποιεί ούτε μια άσεμνη λέξη για να περιγράψει τις εξαιρετικά ερωτικές καταστάσεις και σκηνές. Έτσι κι εγώ θα αποφύγω αυτούς τους όρους που συχνά χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το είδος της τροφής που εγώ και οι διάφοροι σύντροφοί μου αναγκαζόμασταν να κατεβάζουμε. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις —που πάντοτε τις γιορτάζαμε θριαμβευτικά— σε όλο το ταξίδι, ήταν αδύνατο να φανταστούμε γιατί αυτές οι εμετικές τροφές, που απελπισμένα προσπαθούσαν να μοιάσουν στη λουστραρισμένη τελειότητα των διαφημίσεων, θα έπρεπε να θεωρούνται ικανές για ανθρώπινη κατανάλωση. Και οι εθνικές κουζίνες δεν πρόσφεραν καμιά οδό διαφυγής, όπως γνωρίζει όποιος έχει δοκιμάσει κινέζικα σπρινγκ ρολς στο Φλάγκσταφ της Αριζόνας, ή βαυαρέζικα κνέντελ στην Άμπβιλ της Νότια Καρολίνας. Είναι ευρέως γνωστό ότι στην Ελλάδα μπορεί να φάει κανείς μερικά από τα χειρότερα φαγητά στον κόσμο· γιατί, λοιπόν, για όνομα του Θεού, όποιος Έλληνας έρχεται στην Αμερική, και δεν είναι πλούσιος σαν τον Ωνάση ή τον Νιάρχο, ανοίγει ελληνικό εστιατόριο; Και πώς γίνεται να μην έχει συνειδητοποιήσει ακόμη το Αμερικανικό κοινό ότι το κακό ιταλικό φαγητό έχει κάνει μεγαλύτερη ζημιά σ’ αυτή τη χώρα απ’ ό,τι η μαφία; Στη Φλόρενς του Όρεγκον έγινα φανατικός αντιμακαρονάς!

 

Μετά από εβδομάδες ταξιδιού, άρχισαν να μου λείπουν οι άνθρωποι, γιατί όσο βαθύτερα έμπαινα στη μέση της ηπείρου, τόσο λιγότερους έβλεπα. Έβλεπα εκατοντάδες τετραγωνικά μίλια κυματιστής πεδιάδας χωρισμένης με συρματόπλεγμα, αλλά καθόλου ανθρώπους. Ούτε καν κοπάδια. Μόνο άδεια χωράφια, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες στη σειρά. Το κέντρο της Αμερικής μού φαινόταν σαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα στις παρενθέσεις των δύο πολυπληθών ακτών της.

 

Βέβαια, περάσαμε και μέσα από πόλεις και κωμοπόλεις. Αλλά ήταν άδειες. Σπάνια έβλεπες κάποιον άνθρωπο να περπατά στο δρόμο. Τα μόνα κινούμενα πράγματα ήταν τα αυτοκίνητα. Η νύχτα βύθιζε αυτές τις πόλεις σε απελπιστικό σκοτάδι, ακόμη κι όταν ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Ήταν ακίνητες, χωρίς ούτε ένα ζωηρό φως σε κάποιο παράθυρο.

 

Εκεί όμως που οι αυτοκινητόδρομοι κύκλωναν τις πόλεις ή τις διέσχιζαν, έλαμπαν και σκορπούσαν πολύχρωμα φώτα στον κατάμαυρο ουρανό. Γκέιζερ φωτός, φλογερά ουράνια τόξα, καταρράκτες από ζωηρές χρωματιστές αχτίδες υπόσχονταν στον ταξιδιώτη πως θα έβρισκε μια μητρόπολη μέσα σ’ αυτές τις τρισάθλιες τρύπες. Τα παραμυθένια παλάτια με τα γαλάζια, σμαραγδένια και κατακόκκινα περιγράμματα ήταν απλώς βενζινάδικα, ξενοδοχεία, μοτέλ και σταθμοί εξυπηρέτησης, με τα ονόματά τους γραμμένα με πύρινα γράμματα πάνω στο μαυροπίνακα του ουρανού· οι θόλοι και οι παγόδες και οι πύργοι και οι περίτεχνες καλύβες με στέγες σαν μανιτάρια ήταν φαγάδικα και καφετέριες, όλα κατάφωτα σε ένα ευρύ φάσμα ψυχεδελικών αποχρώσεων.

 

Όμως ήταν άδεια. Υπήρχαν μόνο λίγοι ξεχασμένοι πλάνητες σαν εμάς, που έψαχναν φαγητό κι ένα δωμάτιο να μείνουν, και σίγουρα όχι παρέα. Αυτή η κόλαση που άνοιγε τις πύλες της στην καρδιά της νύχτας ήταν μια αφηρημένη κόλαση με φωτιές που δεν έκαιγαν, μια ψυχρή κόλαση που δεν επέβαλλε καμιά τιμωρία, ένα κενό, μια κούφια υπόσχεση. Όταν φτάναμε στο τέλος μιας μέρας γεμάτης οδήγηση, κλεισμένοι μέσα στο κέλυφος του αυτοκινήτου μας, σε μια κατάσταση απομακρυσμένη από την πραγματικότητα, απομονωμένοι από τον κόσμο που κυλούσε έξω από τα παράθυρα, νιώθαμε πως γλιστρούσαμε μέσα σε μια άλλη κατάσταση, εξίσου απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Εκεί μπροστά μας, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, πάνω από μια αόρατη γραμμή που θα μπορούσε να είναι ο χαμένος ορίζοντας, σερνόταν το αντιφέγγισμα, και μετά η εκτυφλωτική λάμψη, ενός από εκείνα τα κομμάτια αυτοκινητόδρομου που άγγιζαν μια κοιμισμένη πόλη, και η αφηρημένη ζωή πάνω του —οι σιωπηλοί οδηγοί μέσα στα κελύφη των αυτοκινήτων τους— έμοιαζε να προκαλεί σπίθες. Ξέραμε πως ήταν μια φάτα μοργκάνα, μια αφαίρεση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της ζωής, που τους παραμύθιαζε και ταυτόχρονα τους συγκρατούσε, σαν την ερωτική υπόσχεση ενός στριπτήζ.

 

Συνειδητοποίησα επίσης ότι αυτά τα κομμάτια φωτός και επαγγελίας ζωής κατά μήκος των ατέρμονων δρόμων αποτελούσαν στην πραγματικότητα την Αμερική της Λολίτας. Πού αλλού θα μπορούσε να βρει συγκεντρωμένες όλες τις μεγάλες προσδοκίες της ζωής της: πρόχειρα φαγάδικα, πάγκους αναψυκτικών, μαγαζιά με σουβενίρ, τζουκμπόξ και φλιπεράκια; Τι θα αντιστοιχούσε καλύτερα στη δική της διφορούμενη κατάσταση ανάμεσα στην παιδικότητα και σε μια πάντοτε φευγαλέα ωριμότητα, παρά αυτό το κραυγαλέο μείγμα ψευδαίσθησης και σκληρής πραγματικότητας; Εδώ που τα λέμε, δεν είδαμε ποτέ ούτε ένα δείγμα νυμφιδίου σε αυτά τα μέρη. Ίσως οι Χάμπερτ Χάμπερτ και οι Κίλτυ να τα έκρυβαν καλά. Δεν έχει σημασία — για 13.400 μίλια ήταν άφαντες. Παρ’ όλα αυτά, δώσαμε στις παράλληλες γραμμές πυροτεχνημάτων που εκτινάσσονταν μέσα στη νύχτα στα σημεία όπου οι αυτοκινητόδρομοι άγγιζαν τις κοιμισμένες πόλεις το όνομα Χώρα της Λολίτας. Για χιλιάδες μίλια ταξιδεύαμε από το ένα τέτοιο μέρος στο άλλο, ώσπου τελικά αυτά συγχωνεύτηκαν σε μια μεγάλη, ουδέτερη και αφηρημένη κόλαση, που έμοιαζε να αποτελεί τον πυρήνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Νιώθαμε την τρομακτική και ολοένα αυξανόμενη δύναμή της, καθώς αναπτυσσόταν σε λαμπερές μεγαλουπόλεις, στην υπέρτατη και απαρακώλυτη διαστροφή του ονείρου της κωμόπολης να γίνει σπουδαία πόλη. Και καταλάβαμε πως όταν θα επιστρέφαμε στην Τοσκάνη ή στον Μέλανα Δρυμό, στα πεδινά της Σκωτίας ή στο Ιλ ντε Φρανς, θα βρισκόμασταν και πάλι σύντομα στη Χώρα της Λολίτας. Το ίδιο και στο Ναϊρόμπι, ή στην Άγκυρα, ή στο Νοβοσιμπίρσκ, ή οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη, και ιδιαίτερα στο Τόκιο και στο Χονγκ Κονγκ. Είναι η χώρα του μέλλοντος.

 

Τη βρήκα επίσης καθώς κατευθυνόμουν νότια, αναζητώντας το φυσικό περιβάλλον μιας άλλης μυθικής Αμερικάνας, της πνευματικής προγιαγιάς της Λολίτας, της Σκάρλετ Ο’Χάρα. Την ιδέα ενός συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη Λολίτα το νυμφίδιο και την Σκάρλετ την αδηφάγο λιβελούλα την χρωστούσα στη Μάριαν, το πρόσωπο που με συνόδεψε σε αυτό το τμήμα του ταξιδιού μου, και που δεν ήταν ούτε αυτή Λολίτα, αλλά μια γνωστή μου εικοσιεννιάχρονη μεγαλοκοπέλα. Κοκκινίζοντας μου είχε ομολογήσει πόσο βαθιά την είχε εντυπωσιάσει το Όσα Παίρνει ο Άνεμος στην ηλικία των δεκατεσσάρων. Και μου φάνηκε πως και η Λολίτα θα μπορούσε να έχει επηρεαστεί από την επιπόλαιη, ελαφρόμυαλη, σκληρή και ξεροκέφαλη κοπέλα από την Τάρα — υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι διάβαζε και κάτι άλλο πέρα από κόμιξ και περιοδικά για τον κινηματογράφο. Έτσι, υπέκυψα με τη θέλησή μου στην πρόταση της Μάριαν να επισκεφτούμε τη Χώρα της Σκάρλετ Ο’Χάρα.

 

Φυσικά, αυτή δεν ήταν πλέον η άσκοπη περιπλάνηση που είχα απολαύσει με τον Μαρκ. Τα ηνία τα κρατούσε μια γυναίκα, και αντί να περιφερόμαστε ανέμελα στα χέρια του κ. Πεπρωμένου, τώρα καθοδηγούμασταν από μια ισχυρή βούληση. Για να αποφύγουμε πολιτείες που είχα ήδη διασχίσει, πήρμε το αεροπλάνο από τη Νέα Υόρκη στο Σεντ Λούις. Ήταν βράδυ, και πήγαμε με το νοικιασμένο αυτοκίνητό μας στο ποτάμι προκειμένου να ρίξουμε μια ματιά στα πλοία στον Μισισιπή και να θαυμάσουμε την αψίδα, που έμοιαζε λες και η εταιρία Μακντόναλντς είχε στήσει το μισό της λογότυπο πάνω από την πόλη. Όσο για τα ποταμόπλοια, αυτά ήταν πλέον μόνιμα αγκυροβολημένα και είχαν μετατραπεί στα πιο επιδεικτικά και κυριλέ εστιατόρια που έχω δει ποτέ στη μακρόχρονη ζωή μου. Μπήκαμε σε ένα μοτέλ με ισπανική αποικιακή πρόσοψη, πίσω από την οποία δύο σκοτεινοί καφκικοί διάδρομοι οδηγούσαν στα δωμάτια (πορτοκαλί κάλυμμα, καφέ μοκέτα, κιτρινοπράσινος ριγέ καναπές, μπεζ κουρτίνες). Όταν ζητήσαμε δύο δωμάτια, ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν έριξε στη μεγαλοκοπέλα φίλη μου ένα ειρωνικό βλέμμα το οποίο, μια που η διαφορά μας στην ηλικία ήταν σημαντικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι ανάμεσα στον Χάμπερτ και τη Λολίτα, στην περίπτωσή μας έδινε σε εκείνη το ρόλο του ηθικά αμφισβητούμενου προσώπου. Ήταν σαν να της έλεγε σιωπηλά ότι η προφανής γεροντοφιλία της δεν ήταν λόγος ανησυχίας τη σήμερον ημέρα.

 

Στο νότο, ακόμη και ο συνδυασμός των χρωμάτων της φύσης ήταν αντεστραμμένος. Το γρασίδι ήταν κίτρινο και τα ποτάμια ανοιχτοπράσινα, τα βουνά ήταν καφέ και ο ορίζοντας δεν ξεθώριαζε σε γαλάζιο αλλά έκαιγε με ένα ζωηρό πορτοκαλί χρώμα ακόμα και το καταμεσήμερο. Πριν φτάσουμε εκεί, ο κ. Πεπρωμένος έπαιξε άλλο ένα από τα παιχνίδια του, και βγήκαμε από έναν περίπλοκο οδικό κόμβο προς λάθος κατεύθυνση. Μετά από μια παράκαμψη αρκετών εκατοντάδων μιλίων μέχρι την Τζέφερσον Σίτι (την οποία θαυμάσαμε εξαιτίας ενός αρκετά καλού γεύματος που είχαμε σε ένα κινέζικο εστιατόριο εκεί), καταλήξαμε σε έναν από τους ιερούς τόπους της αμερικανικής ιστορίας.

 

Για τους Ευρωπαίους, που έχουν τρεις χιλιετίες πίσω τους, η ιστορία είναι τόσο απομακρυσμένη χρονικά που έχει χάσει κάθε αίσθηση «πραγματικότητας». Η αφήγησή της γίνεται σαν να ήταν θεατρικό έργο, ή σαν μια εξυψωμένη μορφή θρύλου. Το αίμα της αμερικανικής ιστορίας είναι τόσο συνταρακτικά πρόσφατο που έχει το χρώμα του πραγματικού ανθρώπινου αίματος. Όταν στάθηκα στην κορυφή του πύργου και ατένισα την τοποθεσία της μάχης του Γκέτισμπεργκ όπου σφάχτηκαν 51.000 άντρες, ένιωσα το σοκ της ταύτισης με την ιστορία πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά. Ήταν σαν να ήμουν εκεί, στη μάχη. Ξέχασα τελείως τα φριχτά τεχνικά εφέ: τον πύργο που περιστρεφόταν κατά 360 μοίρες, τον ηχογραφημένο αφηγητή που περιέγραφε τη σκηνή, και μια εντυπωσιακή ηχητική υπόκρουση που περιλάμβανε σάλπιγγες, κανονιοβολισμούς και κραυγές στρατιωτών που εφορμούσαν. Ένιωθα πως ήμουν εκεί, μόλις τρεις γενιές πιο πριν, την εποχή των παππούδων μας, και παρακολουθούσα αδέρφια να σκοτώνονται.

 

Ένιωσα την ίδια αμεσότητα στην τοποθεσία της μάχης του Λιτλ Μπίγκχορν, και το ίδιο σοκ στο Χάρπερς Φέρι. Αυτό που με φόβιζε ήταν πως όλα εκείνα τα μέρη μού προκαλούσαν συμπόνια όχι μόνο για τα θύματα, αλλά και για τους φονιάδες τους. Το σκληρό πρόσωπο της ιστορίας είναι ιδιαίτερα σαγηνευτικό. Όταν το νιώθεις τόσο κοντά σου που σου έρχεται στα ρουθούνια η μυρωδιά του φρέσκου αίματος, σε γεμίζει επιθετικότητα και πόθο για βία. Ένιωσα σαν Αμερικανός στις ιστορικές τοποθεσίες όπου βρέθηκα στην Αμερική — πολύ περισσότερο απ’ όσο ένιωθα Ευρωπαίος όποτε επισκεπτόμουν τα ερείπια που άφησε η η ιστορία σε εμάς τους Ευρωπαίους.

 

Βέβαια, τα πεδία των μαχών και οι τοποθεσίες των μικρότερης κλίμακας συρράξεων δεν ήταν τα μέρη όπου θα είχε πάει ο Χάμπερτ Χάμπερτ το νυμφίδιό του. Αυτά τα πράγματα μάλλον δεν θα την ενδιέφεραν, ούτε θα βελτίωναν τη διάθεσή της, και σίγουρα δεν θα μεγάλωναν την προθυμία της να ενδώσει στις ακόλαστες επιθυμίες του απαγωγέα της. Έτσι, αναγκάστηκα να τα επισκέπτομαι στα πεταχτά, τρόπον τινά, συνήθως μαζί με τον Μαρκ. Πήρα την μεγαλοκοπέλα μου σε ένα ειρηνικό ιστορικό μνημείο — την καλύβα του Ντάνιελ Μπουν στο Φορτ Μπουνσμπόροου, στο Κεντάκι. Ενώ μια καθωσπρέπει ασπρομάλλα κυρία μάς έδειχνε τα δωμάτια, που σίγουρα πρόδιδαν περισσότερο το γούστο της επιτροπής διατήρησης του μνημείου, και λιγότερο το γούστο του κυρίου και της κυρίας Μπουν, είπα χαμηλόφωνα στη Μάριαν πως έβρισκα εκπληκτικό το γεγονός ότι ο αμερικανικός χαρακτήρας —όπως και ο αμερικανικός κινηματογράφος— έδειχνε το καλύτερό του πρόσωπο όταν έδειχνε σημεία βίας, και ότι πάντοτε ξέπεφτε στο κιτς όποτε επιχειρούσε να προβάλει τις πιο θετικές ιδιότητές του — θάρρος, γενναιοδωρία ή δικαιοσύνη. Εκείνη όμως σχεδόν δεν με άκουγε, συγκινημένη καθώς ήταν από την αφήγηση της κυρίας σχετικά με την απαγωγή της κόρης του Μπουν από τους Ινδιάνους.

 

Περίμενα να συναντήσω αρκετό κιτς στο Νότο, όπου κατεβαίναμε τώρα ακολουθώντας μια τεθλασμένη διαδρομή. Ευτυχώς, απογοητεύτηκα. Στο Κεντάκι, στο Τενεσί, στο Μισισιπή, στην Τζόρτζια και στην Αλαμπάμα, μάταια ψάχναμε για λευκά σπίτια με βεράντες με αρχαιοελληνικούς κίονες περιτριγυρισμένα από καταπράσινο γρασίδι, όπου γυναίκες με κρινολίνα τάιζαν παγόνια ενώ μαύροι εργάτες μάζευαν βαμβάκι τραγουδώντας σπιρίτσουαλ. Η Ντίξιλαντ αποδείχτηκε το ίδιο βαρετή και άδεια όπως και οι υπόλοιπες ΗΠΑ, εκτός από το γεγονός ότι τα κομμάτια Χώρας της Λολίτας εδώ, εκεί που οι δρόμοι συναντούσαν τις πόλεις στα περίχωρά τους, ήταν μικρότερα και πιο φτωχικά σε σχέση με τον Βορρά. Ούτε βαμβάκι υπήρχε. Η Χώρα της Σκάρλετ Ο’Χάρα είναι γεμάτη κισσό. Υπάρχουν κάποια πολύ όμορφα μέρη. Στα όρη Όζαρκ, περάσαμε από σημεία που θα έκαναν την Ελβετία και την Αυστρία να πρασινίσουν από τη ζήλεια. Όμως, όπως και τα άλλα πραγματικά όμορφα σημεία στην Αμερική, οι περιοχές κατά μήκος των ορεινών λιμνών είχαν μετατραπεί σε τουριστικούς παραδείσους, με κακόγουστες σειρές καταστημάτων και εστιατορίων.

 

Η Μάριαν γνώρισε μεγάλη απογοήτευση μερικές εκατοντάδες μίλια νοτιοανατολικά, στο Τζόουνσμπορο, όπου περίμενε να βρει ίχνη της «πραγματικής» Σκάρλετ Ο’Χάρα. Γιατί, σύμφωνα με το βιβλίο, το Τζόουνσμπορο ήταν η γενέτειρα της Σκάρλετ. Όμως οι άνθρωποι εκεί —οι λίγοι που μπορέσαμε να βρούμε: ένας υπερήλικας μαγαζάτορας, ένας αγρότης πάνω σε τρακτέρ που φορούσε ψάθινο καπέλο τύπου Μπαρμπα-Θωμά, μια σερβιτόρα που χασμουριόταν μέσα σε ένα φαγάδικο στην άκρη ενός ιδιαίτερα άθλιου κομματιού Χώρας της Λολίτας— δεν ήξεραν για τι πράγμα μιλούσαμε. Βιβλίο για ένα κορίτσι από το Τζόουνσμπορο; Δεν είχαν ακούσει τίποτα τέτοιο. Η πραγματική Σκάρλετ Ο’Χάρα; Ούτε γι’ αυτό είχαν ακούσει τίποτε. Νιώθοντας πως εκείνοι οι άνθρωποι θα συνήθιζαν ίσως να πηγαίνουν στο σινεμά αντί να διαβάζουν βιβλία, η Μάριαν τους ρώτησε αν ήξεραν πού είχε γυριστεί το Όσα παίρνει ο άνεμος. Κανείς δεν είχε ιδέα.

 

Και το Νάσβιλ ήταν απογοήτευση. Περάσα μια ολόκληρη νύχτα και το επόμενο πρωί εκεί χωρίς να δούμε ούτε ένα μουσικό που να έπαιζε κάντρι, γουέστερν ή ροκ. Δεν μπορούσαμε να συμφιλιώσουμε μέσα μας το θρύλο εκείνου του μέρους με την εικόνα των καθημερινών ανθρώπων που είδαμε στα σουπερμάρκετ και στα μπαρ. Και όταν φτάσαμε στο Μέμφις, βρήκαμε το πλέον ιερό τέμενος της αμερικανικής γλυκερότητας —το μαυσωλείο/μουσείο του Έλβις Πρίσλεϊ— κλειστό.

 

Αργότερα πήγα δυτικά με τη συνοδεία της αγαπημένης μου συζύγου, της Μπέατρις, νιώθοντας πολύ αξιοσέβαστος, όσο και ο Ναμπόκοφ όταν ξεκινούσε να κυνηγήσει πεταλούδες με τη φροντίδα της πάντα παρούσας συζύγου του Βέρας. Στην πραγματικότητα, ήμουν πολύ πιο κοντά πνευματικά στον Σαλ Πάρανταϊς του Κέρουακ όταν ήταν στα ίχνη του φίλου του Ντην Μοριάρτυ. Δεν μπορούσα να αντισταθώ στο κάλεσμα της Δύσης, αυτού του υπέροχου νέου κόσμου των αποφασισμένα απολίτιστων, όπου η ιστορία είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο, όπως η ισπανική ή η κινέζικη αρχιτεκτονική, όπου τα πραγματικά απομεινάρια του παρελθόντος —τα ινδιάνικα πουέμπλο, τα πλίνθινα φρούρια, και οι πόλεις φαντάσματα— συμβιώνουν ευτυχισμένα με όλα τα φτηνά τυρκουάζ βραχιόλια, μεξικάνικα είδη στολισμένα με χάντρες, κούκλες κατσίνα, και πόντσο μαζικής παραγωγής, όπου ο ξασπρισμένος σκελετός ενός αλόγου και το τεράστιο ψηφιδωτό του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο αναμειγνύονται με τον Ταρζάν σε μια πισίνα σε σχήμα καρδιάς, το στήθος της μακαρίτισσας Μις Μονρόε, και τη Σίλικον Βάλεϊ, και σχηματίζουν ένα πολύ συγκεκριμένο στυλ που είναι καταφανώς αμερικάνικο, πιο πολύ και από τον Παν-Αμερικανισμό του Νόρμαν Ρόκγουελ. Εμπρός για τη Δύση!

 

Ξεκινήσαμε για μια κυκλική διαδρομή μέσα από την Αριζόνα, το Νέο Μεξικό, το Κολοράντο, τη Γιούτα και τη Νεβάντα —τους κυνηγετικούς τόπους του Καθηγητή Β. Ν.— από το Λος Άντζελες, μια πόλη που λατρεύω για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως γιατί συμβολίζει την πλήρη απελευθέρωση από τις επιταγές του καλού γούστου. Η Μπέατρις μελετούσε το χάρτη με τέτοια επιμέλεια που ξεχνούσε να μου δίνει οδηγίες την ώρα που έπρεπε, κι έχασα αρκετές εξόδους. Αντί να διασχίσουμε την πόλη, πήγαμε γύρω της και καταλήξαμε στο Χόλιγουντ, όπου —όπως ακριβώς ο Χάμπερτ Χάμπερτ και η Λολίτα— είχαμε έναν τρομερό καβγά. Ξαφνικά νοστάλγησα τον Μαρκ, με τον οποίο δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί κάποια αλλαγή κατεύθυνσης. Οποιοσδήποτε παλιός δρόμος ήταν μια χαρά με τον Μαρκ, και κατάλληλος για την αναζήτηση, τελικά, όχι του μυθικού νυμφιδίου (εκείνη ήταν απλώς το πρόσχημα), αλλά της πεταλούδας που ονειρευόμουν από τα παιδικά μου χρόνια και κυνηγούσα εδώ και 10.000 μίλια. Η δική μου Λολίτα ήταν η Αμερική. Και βρήκα την ουσία της στη Δύση, το μόνο μέρος της χώρας ή του κόσμου όπου θα μπορούσε να έχει επινοηθεί και υλοποιηθεί η Ντίσνεϋλαντ.

 

Η Μπέατρις θέλει τα πάντα να είναι ακριβή και λογικά. Γιατί, με ρώτησε, φαντάστηκα πως η Καλιφόρνια ήταν περισσότερο αμερικάνικη από το Οχάιο, για παράδειγμα; Λόγω της υπόσχεσης, είπα. Η Αμερική είναι η χώρα της υπόσχεσης, ή μάλλον αυτή η Γη της Επαγγελίας, όχι μόνο για τους Προσκυνητές αλλά για όλους εμάς τους Παναμερικάνους παντού. Και υπάρχει μεγαλύτερη υπόσχεση στην Ντίσνεϋλαντ από ότι, ας πούμε, στο Σινσινάτι. Και τι εννοώ όταν λέω Ντίσνεϋλαντ; Όχι βέβαια το μέρος, ούτε το πάρκο, αλλά το πνεύμα που το δημιούργησε. Η παιχνιδιάρικη διάθεση. Η φαντασία. Η χαρά. Δείχνει με υπέροχο τρόπο πόσο παιδιά είναι οι Αμερικάνοι. Είναι ένα έθνος ποιητών. Ένα έθνος γεμάτο ενθουσιασμό. Ακόμα και το ανήλεο κυνηγητό της επιτυχίας και του πλούτου γίνεται με τέτοια σχεδόν θρησκευτική ζέση που το κάνει να μοιάζει ποιητικό. Πάρε για παράδειγμα τον Πολίτη Κέιν… Συνέχισα σε αυτό το ύφος ώσπου το πολυαγαπημένο μου έτερον ήμισυ δήλωσε πως οι ιδέες μου δεν ήταν απλώς εσφαλμένες, ήταν ακατανόητες.

 

Δεν θα μπορούσα να έχω διαλέξει καλύτερο μέρος για να μου πουν πως είμαι ανόητος. Περνούσαμε από την Κοιλάδα του Θανάτου. Στο Λος Άντζελες, ο Ντέιβιντ Χόκνι μας είχε πει ότι έπρεπε να πάρουμε μαζί μας τον Μεσσία του Χαίντελ σε κασέτα και να το ακούσουμε σε εκείνο το προϊστορικό τοπίο. Ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Εντελώς τυχαία, όμως, βρήκαμε έναν ακόμα πιο εντυπωσιακό τρόπο να γνωρίσουμε τη συγκίνηση της Κοιλάδας του Θανάτου. Ήταν αργά το απόγευμα, και το σκοτάδι που έπεφτε με έκανε να προσέξω πως ένα μικρό κόκκινο φωτάκι στο ταμπλό ήταν αναμμένο εδώ και ώρα — το φως που σήμαινε ότι μέναμε από βενζίνη. Ο χάρτης —και τώρα ήμουν εγώ που τον μελετούσα με αγωνία— έδειχνε πως το κοντινότερο βενζινάδικο απείχε πενήντα μίλια. Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε αν είχαμε αρκετά καύσιμα για να φτάσουμε ως εκεί. Ήμασταν στα χέρια του Παντοδύναμου. Κλείσαμε τον Χαίντελ και μείναμε σιωπηλοί, ακούγοντας προσεκτικά τον ήχο του κινητήρα. Και τελικά τα καταφέραμε. Το καλό μας αυτοκινητάκι τα κατάφερε. Καθώς δεν είχαν μείνει παρά λίγες σταγόνες καυσίμου, φτάσαμε σε ένα βενζινάδικο, γεμίσαμε το ντεπόζιτο με βενζίνη και τα στομάχια μας με μπέρμπον και τσίλι, και νιώθαμε πως είχαμε γλιτώσει από τη χειρότερη δυνατή οδύνη.

 

Ήταν θετικό το ότι, πριν τελειώσει το ταξίδι μας, πήραμε τη γεύση αυτής της απειλητικής πλευράς της φύσης στην Αμερική, και μια αίσθηση της υψηλής της περιφρόνησης προς το άτομο. Ως τότε είχαμε μόνο ευχάριστα συναισθήματα για τη χώρα. Τώρα ήταν ώρα να συνειδητοποιήσουμε την πιθανή απειλή στους απέραντους ορίζοντες που με υπέροχο τρόπο γίνονταν ένα με τους ροδακινί ουρανούς στο τέλος της χρυσαφιάς μέρας. Μπορούσαμε πια να δούμε ότι δεν είχαν στους κόλπους τους μόνο ξάστερες νύχτες αλλά και χιονοθύελλες, ανεμοστρόβιλους και ανομβρίες. Με λίγα λόγια, αρχίσαμε να βλέπουμε τη χώρα με αμερικάνικα μάτια. Ένας Ευρωπαίος βλέπει κάθε τοπίο σαν πιθανό κήπο. Ένας Αμερικάνος το βλέπει σαν αντικείμενο δράσης, ένα οικόπεδο για κάποιο τολμηρό εγχείρημα που μπορεί να γκρεμιστεί ανά πάσα στιγμή από τον άνεμο ή τη βροχή. Υπάρχει ένα ανελέητο πάρε-δώσε στη σχέση των Αμερικάνων με τη φύση. Μάλιστα, τα λίγα μέρη όπου η φύση υπάρχει για τη φύση και για να τη βλέπουν οι άνθρωποι ως φύση —το Γκραντ Κάνυον, οι Καταρράκτες του Νιαγάρα, το Κινγκς Κάνυον, το Γιοσέμιτι, το Γέλοουστοουν— είναι διατηρημένα σε κλουβιά, σαν ζώα στον ζωολογικό κήπο.

 

Η Μπέατρις μελετούσε τον χάρτη. Αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να κάνω το ίδιο για μια ακριβή περιγραφή του ταξιδιού μου των 13.400 μιλίων στην παλαβή κουρελού της Αμερικής. Αλλά αυτό δεν θα έδειχνε πώς είδα τα πράγματα, ούτε βέβαια πώς τα θυμάμαι. Η Γεωγραφία είναι μια θεωρητική επιστήμη: η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο δεν είναι σαφής, ούτε κατανοητή. Βγήκαμε κάποτε από το νερό; Ίσως, γιατί στον εσωτερικό μας κόσμο τα πράγματα ακόμα επιπλέουν. Στο νου κάθε ταξιδιώτη, το ταξίδι του είναι μια χαλαρή επισυσσώρευση εντυπώσεων, που κολυμπά μυστηριωδώς ανάμεσα σε κενά μνήμης. Αναπολώντας, πρέπει να κάνει στον εαυτό του ξανά και ξανά την ίδια ερώτηση: Πού ήταν; Πού ήταν που είδα εκείνο το πανέμορφο ξανθό κορίτσι να στέκεται κάτω από ένα πλατάνι με όλη τη φθινοπωρινή δόξα του, με τα φύλλα του να πέφτουν πάνω της όπως ο χρυσός στη Δανάη; Πού ήταν εκείνο το ξεπούλημα μεταχειρισμένων πραγμάτων που περιείχε όλη την ιστορία μιας οικογένειας, τα γούστα τους, τις σκέψεις και τις φιλοδοξίες τους, όλα μέσα σε ένα σωρό από πιάτα, τηγάνια, πατίνια, βιβλία, φωτογραφίες και διάφορα άχρηστα πράγματα; Πού ήταν που κυρίες με μαύρα καπέλα έριχναν ματιές από ιππήλατες άμαξες σε σχήμα ευρωπαϊκών πολυθρόνων για παραλίες, και οι άντρες είχαν εκείνα τα αρχαϊκά κοντά γένια κάτω από το πηγούνι και όργωναν με βόδια, ενώ έκρυβαν τα τρακτέρ τους στον αχυρώνα; Πού ήταν εκείνο το φρικτό μαγαζί με τις όμορφες ημίγυμνες χορεύτριες που το έπαιζαν σέξι για να κάνουν τους χωριάτες που έπιναν μπύρα και τις κοίταγαν λιμασμένα να τους βάλουν δεκαδόλαρα στα σλιπάκια τους, και όταν τέλειωναν το νούμερό τους πήγαιναν σε κάποια άκρη και κεντούσαν; Κι εκείνος ο δρόμος που κατηφόριζε για μια ολόκληρη μέρα, μόνο κατηφόρα, μέχρι που έπεσε η νύχτα — πού ήταν; Και το μεγάλο μπαρ με όλες εκείνες τις σέλες και τα κέρατα και τα ασημένια δολάρια καρφωμένα στο ταμείο; Και το γκράφιτι στην τουαλέτα των ανδρών: WE AIM TO PLEASE. YOU AIM TOO, PLEASE? Και το πρόσωπο της τυφλής γυναίκας με τα άσπρα μαλλιά που στεκόταν μέσα στον άνεμο που σάρωνε τους θάμνους της ερήμου σαν μπάλες του μπόουλινγκ; Και τα απίστευτα φρέσκα, καθαρά, ροδαλά ούλα των μαύρων παιδιών που έπαιζαν στη σκόνη και μας κοιτούσαν γελώντας, κι εκείνο το παγωμένο πρωινό που χιόνιζε και οι πορτοκαλιές με τα ώριμα φρούτα να κρέμονται έμοιαζαν με πίνακα της Γκράντμα Μόουζες — πού ήταν όλα αυτά; Η μπεζ, κίτρινη, πορτοκαλιά, καφετιά και πράσινη χώρα που σαν παιδί έβλεπα πάνω στην υδρόγειο στο παιδικό μου δωμάτιο στην μακρινή Μπουκοβίνα είχε γίνει ένα παζλ με χίλια κομμάτια, ένα συνονθύλευμα γρήγορων εντυπώσεων, ένα λεύκωμα από στιγμιότυπα παρμένα τυχαία σε διάφορες καταστάσεις. «Θυμάσαι αυτή τη φωτογραφία της Νταϊάν Άρμπους με τους μεσήλικες γονείς να κοιτάζουν τον γιγάντιο γιο τους να είναι έτοιμος να ξεπεράσει σε ύψος το ταβάνι του σπιτιού τους;» ρώτησα την Μπέατρις. «Όσο περισσότερο βλέπω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο ξεπερνούν την αντίληψή μου».

 

Ήταν το τέλος μιας μακριάς μέρας στο δρόμο. Οδηγούσαμε προς την πολύχρωμη άκρη ενός από εκείνους τους ατέλειωτα καθαρούς ουρανούς όπου αόρατα αεριωθούμενα αφήνουν πίσω τους λευκές γραμμές. Σαν στυπόχαρτο, κατάπιε το μελάνι της νύχτας και σύντομα πνίγηκε σ’ αυτή. Κι εκεί μπροστά, όπου είχε μόλις σβήσει η τελευταία ψυχρή φωτιά του σούρουπου, μια άλλη, ακόμα πιο ψυχρή λάμψη υψωνόταν και σιγά σιγά έγινε πιο λαμπερή. Την αναγνωρίσαμε σαν μια λωρίδα Χώρας της Λολίτας στην άκρη μιας πόλης. Αλλά ήταν κάτι παραπάνω από λωρίδα. Ήταν μια ολόκληρη πόλη φλεγόμενη από πολύχρωμα φώτα, και όσο πλησιάζαμε τόσο πιο έντονα έκαιγε η ψυχρή φωτιά αυτής της κόλασης. Ο Τ. Κ. Τσέστερτον κάποτε είπε για την Τάιμς Σκουέαρ τη νύχτα ότι κάποιος που δεν ξέρει να διαβάζει θα την περνούσε για τον Παράδεισο. Αλλά αυτό ήταν δέκα φορές, εκατό φορές, η Τάιμς Σκουέαρ. Και δεν είχε καθόλου ανθρώπους. Υπήρχαν χιλιάδες αυτοκίνητα, αλλά οι μαλακοί πυρήνες τους τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν μαζευτεί μέσα στα εφήμερα κτίσματα με τα εξωτερικά που έλαμπαν τόσο μαγευτικά στην ξάστερη νύχτα. Μέσα σ’ αυτά τα κτίρια, σε εκατοντάδες τραπέζια τζόγου και χιλιάδες κουλοχέρηδες, προσπαθούσαν να πλουτίσουν. Ξέραμε πως το πρωί αυτά τα μέρη θα ήταν έρημα, και πως όλο αυτό το μεγαλείο θα χανόταν, και δεν θα έμενε τίποτα άλλο από ένα τρομακτικό κενό με μια συστάδα αδύναμων κτιρίων στη μέση. Και σκέφτηκα τι ιστορίες θα είχε να πει ο Σίντμπαντ ο Ναυτικός για το Λας Βέγκας, αυτό το υπέροχο μέρος που έμοιαζε με Παράδεισο τη νύχτα και με έρημο τη μέρα, και κατοικούνταν από ατσάλινα πλάσματα με λαστιχένιες ρόδες που οι μαλακοί πυρήνες τους τα άφηναν για να πάνε να πλουτίσουν. Και μετά συνειδητοποίησα ότι το τερατώδες φράγμα και το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας που είχαμε περάσει ώρες πριν υπήρχε μόνο και μόνο για αναπαράγει, κάθε νύχτα, την ψυχρή κόλαση αυτού του ερημικού παραδείσου. Και ότι οι μαλακοί πυρήνες των ατσάλινων όντων έπρεπε να καταστρέψουν τη φύση για να δημιουργήσουν τη δική τους, τεχνητή, φύση. Εδώ είχα στην ουσία του, τον νέο κόσμο των τρομερών ποιητικών παιδιών: Η χώρα της Λολίτας στην τελειότητα της Ντίσνεϋλαντ. Η Νέα Ιερουσαλήμ της Γης της Επαγγελίας. Τελικά την είχα πιάσει, τη δική μου πεταλούδα.

 

 

[Μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑

CAST

your eye over the world

The Louder Mind

Inspiration . Good Vibes . Musings

My Spirals

• Hugs and Infinities

(CALIATH)

The poetry of ineptitude.

LIBROFILO, a books' aficionado

Γιώργος Κυριαζής

NO14ME

Γιώργος Κυριαζής

Rodia Mixer

Γιώργος Κυριαζής

Ψιλικατζού

Γιώργος Κυριαζής

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

Γιώργος Κυριαζής

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Ένα ιστολόγιο για τα βιβλία

Αόρατη Μελάνη

Γιώργος Κυριαζής

Ασκήσεις Ύφους

Γιώργος Κυριαζής

Swimming Around

Γιώργος Κυριαζής

Recycle_bin 2

Γιώργος Κυριαζής

ou ming

Γιώργος Κυριαζής

"Μπαμπάκης" - όπως ακριβώς με φωνάζει ο γιός μου

...όπως ακριβώς με φωνάζει ο γιός μου

Jolly Roger

Γιώργος Κυριαζής

grep Alt

σε λάθος εποχή, συλλέκτης

Ficciones

"All reading is (re)writing"

ιγ' ι'

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

Γιώργος Κυριαζής

Το Ιστολόγιο του Ρογήρου

για την ιστορία του Μεσαίωνα και όχι μόνο

To blog της Σοφίας

Γιώργος Κυριαζής

ο δύτης των νιπτήρων

καταδύσεις ποικίλης ύλης

Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

κατά του Ολοκληρωτισμού, απ' όπου κι αν προέρχεται

Μεσα στη Νυχτα

Όταν η ματαιοδοξία συνάντησε την αυτοψυχανάλυση

Γιάννης Η. Χάρης

Γιώργος Κυριαζής

ΑΕΙ ΣΙΧΤΙΡ

Γιώργος Κυριαζής

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

marouthki

Η ζωή είναι χαρμολύπη

WordPress.com

WordPress.com is the best place for your personal blog or business site.

%d bloggers like this: