Συνήθως τα αναπάντεχα νέα είναι άσχημα. Να, όμως, που δεν είναι. Όλοι γνωρίζαμε ότι τα χρόνια έχουν βαρύνει στους ώμους του Τόμας Πίντσον, και προσωπικά, μετά την είδηση, πριν λίγα χρόνια, ότι δώρισε το αρχείο του σε μια βιβλιοθήκη στις ΗΠΑ, δεν πίστευα ότι θα ξαναγράψει. Κι όμως, πριν λίγες μέρες μάθαμε ξαφνικά ότι στις 7 Οκτωβρίου του 2025 θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα μυθιστόρημά του, με τίτλο Shadow Ticket. Ενέδωσα στον πειρασμό να μεταφράσω το πιθανότατο (και πιθανότατα γραμμένο από τον ίδιο τον Πίντσον) οπισθόφυλλο του βιβλίου, λαμβάνοντας πάντα υπόψη ότι δεν γνωρίζουμε το ακριβές περιεχόμενο του βιβλίου (γι’ αυτό κι έχω αποφύγει την ακριβή απόδοση μίας, τουλάχιστον, λέξης), και είναι αυτό:
Μιλγουόκι, 1932, η Μεγάλη Ύφεση είναι στο απόγειό της, η αναστολή της Ποτοαπαγόρευσης είναι προ των πυλών, ο Αλ Καπόνε είναι στην ομοσπονδιακή φυλακή, ο τομέας των ιδιωτικών ερευνών στρέφεται από τις σχέσεις μεταξύ εργατών και εργοδοσίας στο πεδίο της οικογένειας. Ο Χικς Μακτάγκαρτ, πρώην απεργοσπάστης και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, νομίζει ότι έχει αποκτήσει εργασιακή ασφάλεια, ώσπου του αναθέτουν μια υπόθεση που θα έπρεπε να είναι ρουτίνας: να εντοπίσει και να φέρει πίσω στο σπίτι της την κληρονόμο μιας τεράστιας τυροκομικής εταιρίας με έδρα το Ουισκόνσιν, η οποία κληρονόμος το είχε ρίξει στην περιπλάνηση. Πριν καλά-καλά το καταλάβει, βρίσκεται σε ένα υπερωκεάνιο και καταλήγει στην Ουγγαρία, μια χώρα χωρίς ακτογραμμή, με γλώσσα από άλλο πλανήτη και με τόσα γλυκά που θα έφταναν να συνοδέψουν την καριέρα ενός αστυνομικού μέχρι τη σύνταξη — και φυσικά χωρίς ίχνος της κληρονόμου την οποία έχει αναλάβει να αναζητήσει. Όταν τελικά τη βρίσκει, βρίσκεται και ο ίδιος μπλεγμένος με Ναζί, σοβιετικούς πράκτορες, ανθρώπους της βρετανικής αντικατασκοπίας, μουσικούς που παίζουν σουίνγκ, θιασώτες του παραφυσικού, παρανόμους καβάλα σε μοτοσικλέτες, και με τους μπελάδες που τους συνοδεύουν όλους αυτούς, μπελάδες που ο Χικς δεν έχει τα προσόντα να αντιμετωπίσει, ούτε και έχει πληρωθεί γι’ αυτό, άλλωστε. Περιτριγυρισμένος από ένα ιστορικό περιβάλλον που ο ίδιος δεν το κατανοεί, και ανήμπορος να ελιχθεί μέσα του ή να ξεφύγει απ’ αυτό, ο Χικς βρίσκει αποκούμπι στο γεγονός ότι είναι η εποχή των μπιγκ-μπαντ, κι εκείνος τυχαίνει να χορεύει πολύ καλά. Τώρα, αν οι χορευτικές φιγούρες αρκούν ώστε να βρει τρόπο να επιστρέψει στο Μιλγουόκι και στον κανονικό κόσμο, ο οποίος ίσως και να μην υπάρχει πια, αυτό είναι άλλο θέμα.
Και ποιος θα το μεταφράσει; Εεεεε; Ποιοοος;